Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Η Νεράιδα Κερκίνη



(Σέρρες – Μακεδονία)
O Νικηφόρος και η Δανάη κι ο Πέτρος καθισμένοι πλάι στο απαλό 
κυμματάκι της λίμνης, ρίχνουνε πετρούλες και βοτσαλάκια..όπως κάθε 
απόγευμα. Κάθε πετρούλα σχημάτιζε τον δικό της κύκλο. 
Οι κύκλοι μεγάλωναν, απλωνόταν 
και τα παιδιά μαζί με τα νεροπούλια διασκέδαζαν..
-Η Κερκίνη όταν μας αισθάνεται κοντά της είναι χαρούμενη …
Χαμογελά … 
Τα δάκρυά της κυλούν ασταμάτητα και τα και η λίμνη 
γεμίζει νερό..
— Τα δάκρυά της; ρωτάει γεμάτος περιέργεια ο Πέτρος, 
ποια δάκρυά της; 
— Τα δάκρυα της νεράιδας ,της νεράιδας της λίμνης τόπο μας; 
Δεν έχεις ακούσει το παραμύθι της καλής μας νεράιδας;
Έλα Δανάη … μια λίμνη είναι τι νεράϊδες και παραμύθια μας λές … 
είπε ο Αλέξανδρος που καθόταν δίπλα της.
— Κάνεις λάθος είναι η λίμνη μας η νεραϊδόλίμνη μας 
είναι το θαύμα ετούτης της γης.
— Για κοίταξε γύρω σου … η φύση, τα δένδρα, οι άνθρωποι, τα ζώα, 
τα πουλιά … αχ ! αυτά τα πολύχρωμα τα πουλιά παίρνουν ζωή από την 
ζωή της. Και τα βουβάλια του Αντώνη ξεδιψούν … πίνουν το νερό 
της … ξεδιψάει το βλέμμα της ψυχής μας κοιτώντας την γαλήνια 
ομορφιά της …
— Το έχω ακούσει κι εγώ Αλέξανδρε συμπλήρωσε ο Πέτρος.
— Ε! τότε πείτε το και σε μένα είμαι περίεργος 
απάντησε  ο Άλέξανδρος.     
-Στάσου … λέει η Δανάη … νιώθετε το ελαφρύ αεράκι στο πρόσωπο σας, 
είναι που ανασηκώνει τα πέπλα της η καλή μας νεράϊδα της λίμνης μας, 
είναι το σημάδι ότι μας νιώθει κοντά της ….
Τα παιδιά την κοιτούσαν σαστισμένα γεμάτα περιέργεια….
-Μη με κοιτάζετε έτσι κλείστε τα μάτια κι ακούστε. Κάθε βράδυ πριν 
κοιμηθώ  η γιαγιά μου με νανούριζε 
μ’ αυτή την παράξενη  ιστορία της νεράϊδας Κερκίνης. 
— Τα δάκρυά της πότισαν εδώ αυτό τόπο … έγιναν στην αρχή ρυάκια, 
σιγά σιγά άρχιζαν να γεμίζουν να πλημμυρίζουν και να μεγαλώνουν 
και να αυλακώνουν το έδαφος και στο τέλος το κλάμα της έγινε μια 
λίμνη. Σκουπίζοντας τα μάτια της κάποια στιγμή κοίταζε γύρω της 
και ξαφνιάστηκε, μια λίμνη … τα δάκρυά της ψυχής της για την 
χαμένη της κόρη δημιούργησαν μια λίμνη…
Νερό … ζωή για αυτή τη γη που αλαφροπατούσε.. τόσο καιρό, μόνη!
Ο βυθός γέμισε ψάρια σιγά σιγά, οι κάτοικοι βρήκαν απασχόληση, 
ζούσαν οι οικογένειές έγιναν ψαράδες. Ζούσαν από τα δάκρυα της, 
ζούσαν εξ αιτίας   αυτής της λίμνης. Τα βατραχάκια χοροπηδούσαν, 
η βραχνή τους φωνή συνόδευε το βραδυνό τους ύπνο
Τα παιδιά χαιρόταν το νερό … Δέντρα και καλάμια φύτρωσαν γύρω 
γύρω κι όλα αυτά  δημιουργήθηκαν από δάκρυα.
— Όλα συνέβησαν  μια άγρια χειμωνιάτικη νύχτα, που ακούμπησε 
στις όχθες του ποταμού την ξύλινη σκάφη  που είχε μέσα το  
νεογέννητο κοριτσάκι της. 
Έμοιαζε με την  τοσοδούλα στο καρυδότσουφλο της. 
Όμως η καλή μας νεράιδα αποκοιμήθηκε.
Η ξύλινη σκάφη παρασύρθηκε από τα νερά του ποταμού. 
— Τότε... Μα πως με πήρε ο ύπνος αναρωτήθηκε ξανά και ξανά 
η Κερκίνη, μες τα αναφιλητά της 
Πώς χρειάζεται και ρώτημα ;
Όπως όλες οι μάνες του κόσμου αποκοιμήθηκε πλάι στο μικρό της. 
Απαντούσε μόνη της η Δανάη.
-Όχι, όχι.. Συνέχισε  δυνατά, λές και η φωνή  της έβγαινε από το 
βυθό της λίμνης.
-Εγω  δεν είμαι μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες είμαι νεράϊδα, είμαι 
η νεραϊδα Κερκίνη.
Η λίμνη … όπως την φώναζαν όλοι πια οι κάτοικοι του γύρω τόπου που 
ξεχνούσαν τα δάκρυά της νεραϊδας. 
Μόνο το όνομά της δεν ξέχασαν Κερκίνη …
Το μικρό κοριτσάκι όμως δεν χάθηκε για καλή του τύχη 
όπως σ’ολα τα παραμύθια… 
Συνέχισε η Δανάη … μεγάλωσε   σ’ αυτό το όμορφο τόπο .. 
η ξύλινη σκάφη βγήκε στα ρηχά και έφτασε μέχρι το κοντινό δάσος … 
η μικρούλα μεγάλωσε μαζί με τα ζώα …που ζούσαν εκεί 
Μεγάλωσε ανάμεσα στα δέντρα,έμαθε να ζει με τα άλογα. 
Την κουβάλαγαν συνέχεια στην πλάτη τους 
κι έκανε μαζί τους ατέλειωτους περιπάτους 
Ετσι έμαθε να ιπεύει… 
Όπως εμείς αναρωτήθηκε ο Αλέξανδρος και ο Νικηφορος  Δανάη ;
— Η  Δανάη δεν  απάντησε, μοναχά συνέχισε.
Ζούσε ανάμεσα στα δένδρα σαν ξωτικό σε αυτόν τον τόπο … 
κρυφοκοίταζε τα βουβάλια και έπινε το νερό αυτής της λίμνης 
και ξεδιψούσε … την συντρόφευαν χιλιάδες πουλιά …. 
που τιτίβιζαν όλη μέρα. 
Μία μέρα καθώς τριγυρνούσε ανέμελα στο δάσος άκουσε ένα κλάμα 
… το κλάμα της νεράϊδας  - μάνας της.
Το κλάμα αυτό αντηχούσε παντού. Αναρωτιόταν γεμάτη περιέργεια 
ποιος κλαίει τόσο λυπημένα … 
Τα πουλιά που της έκαναν καθημερινά παρέα  της είπαν το μυστικό …
πως δηλαδή  ήταν η μητέρα της 
και έκλαιγε για το χαμό της. 
Εκείνη τότε δεν έχασε καιρό!
Ίππευσε γρήγορα ένα όμορφο άλογο και κατευθύνθηκε προς τα ‘κεί 
που ακουγόταν το κλάμα.
Όσο πλησίαζε όμως το κλάμα συνεχιζόταν, πιο δυνατά
Όταν έφτασε πια στην άκρη της λίμνης έγινε κάτι αναπάντεχο.
Τα νερά που τόσο όμορφα λαμποκοπούσαν από το φως του ήλιου 
άρχισαν να απομακρύνονται …
Οι γύρω ψαράδες δεν πίστευαν στα μάτια τους τί συνέβη … 
μα ζούσαν απ’ αυτά τα νερά πώς είναι δυνατόν να εξαφανισθούν;
— Τα παιδιά κοιτούσαν γεμάτα απορία ….
Η νεράϊδα Κερκίνη έβλεπε το όμορφο κορίτσι να έρχεται προς τη λίμνη 
…ιππεύοντας. Και κατάλαβε πως ήταν η χαμένη της κόρη … 
ξαφνιάστηκε … φοβήθηκε μήπως την παρασύρουν πάλι τα νερά …. 
Κι άρχισε να τα διώχνει …
η λίμνη άρχισε να αδειάζει καθώς η κόρη της πλησίαζε όλο 
και πιο κοντά. ..
— Οι άνθρωποι όμως και τα ζώα της περιοχής έτρεχαν πανικόβλητα … 
Μα τι συνέβη λοιπόν …
Τα βουβάλια έψαχναν το νερό διψασμένα …
Τα ψάρια άρχισαν να ψωφούν… οι  βάρκες έμειναν εγκαταλελειμμένες … 
τα καλάμια να γέρνουν …. έτοιμα να πεθάνουν ….
Η Κερκίνη βλέποντας αυτή τη καταστροφή και τη δυστυχία σάστισε !
Δεν ήξερε τι να κάνει …
Ήξερε πια ότι τα δάκρυα της, 
ο δικός της πόνος είχε δώσει τόση χαρά 
σε τόσα πλάσματα αυτού του υπέροχου τόπου 
που χρειαζόταν το νερό για να επιζήσει.
Όμως απ’ την άλλη τι να έκανε, 
αν τα νερά παρέσυραν πάλι την κορούλα της ;
Έτσι έσπρωχνε με δύναμη τα νερά …. ώσπου έφθασε η στιγμή που 
μάνα και κόρη αγκαλιάσθηκαν. 
Η χαρά της ήταν μεγάλη! Το πρόσωπο της φωτίστηκε, το κλάμα της  
έγινε γέλιο, ένα γέλιο που δεν κράτησε 
όμως παρά λίγα δευτερόλεπτα..
Άρχισε να σιγάζει βλέποντας όλα τα πλάσματα γύρω της δυστυχισμένα. 
Τι να κάνει; Κοιτούσε σαστισμένα. 
Η γη είχε στερέψει πια .Είχε φτάσει το καλοκαίρι.
Το νερό, το ευλογημένο νερό χάνεται … τα βουβάλια διψούν … 
τα ψάρια εξαφανίζονται, 
τα χιλιάδες πανέμορφα πουλιά πετούν εδώ κι εκεί σαν 
χαμένα.
Η χαρά της γλιστρούσε σιγά σιγά 
από το πρόσωπό της έμοιαζε αλαφιασμένη… 
Από την μια αγκάλιαζε σφιγκτά την κόρη της από την 
άλλη πονούσε γι αυτό τον τόπο
-Ας μου πει κάποιος τι να κάνω…Φώναζε στον εαυτό της …
Ξαφνικά τα δυό της χέρια  τύλιξαν το κεφάλι της. Ακούστηκε κάτι 
σαν ουράνια μουσική. Ένα νεροπούλι της ψυθίρισε στο αυτί σιγανά.
Μα ναι ! αναφώνησε  υπάρχει λύση …
Μόλις φύγει η κόρη μου όλα θα γίνουν όπως πριν.. θα γεμίσει πάλι 
ο τόπος με νερό, η λίμνη θα ξαναγεννηθεί.
Όχι πια από δάκρυα λύπης αλλά χαράς. Από δάκρυα  
που θα κυλούν ατελείωτα.
Σαν σμαράγδια.
Έτσι κι έγινε … όταν έφυγε η κόρη της η γη γέμισε με νερό 
και ξανάγινε  πάλι  μια πανέμορφη λίμνη.
 Η λίμνη Κερκίνη.
Έτσι  ο καιρός περνούσε.  Από τότε  λοιπόν μέχρι και σήμερα όταν 
βλέπει την κόρη της να έρχεται από μακριά, σπρώχνει τα νερά με 
όλη της την δύναμη … η λίμνη μισοαδειάζει. 
Όταν εκείνη φεύγει τα 
νερά γυρίζουν πάλι στην λίμνη, τα βουβάλια και τα άλογα 
ξεδιψούσαν... 
Η γη ξυπνά τα νούφαρα ξαναπλέουν, τα  καλάμια στέκoνται
καμαρωτά και οι άνθρωποι και τα παιδιά ψαρεύουν, παίζουν τα 
πουλιά τραγουδούν, χαίρονται  την φύση….
Η νεράϊδα Κερκίνη μεσ’ τη χαρά της μια νύχτα, φώναξε τα αστέρια 
στον ουρανό και το φεγγάρι. Με λένε Λίμνη δεν θα με φωνάζετε πια 
νεράϊδα Κερκίνη μονάχα Λίμνη ,.Λίμνη Κερκίνη 
Τα χαμόγελα των ανθρώπων που την άκουγαν  ρίχνοντας βότσαλα
στο νερό … την έκαναν να στροβιλίζει σαν άνεμος..
-έλεγε η Δανάη και τα παιδιά γύρω της την κοιτούσαν  έκθαμβα!
- ‘’Λίμνη Κερκίνη.’ φώναξε δυνατά ο Αλέξανδρος 
κι έσπασε τη σιωπή..
’Μια σκιά  τότε σαν να ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα , φάνηκε στα 
νερά  ανασηκώνοντας τα πέπλα της, ίσως να  ήταν στη φαντασία των 
παιδιών.
Η νεραϊδολίμνη άρχισε να χορεύει στο φως του φεγγαριού και να 
χάνεται μέσα στα δάκρυα της λίμνης της λέγοντας την πιο όμορφη 
καληνύχτα στο φεγγάρι…
Η Δανάη τότε κοιτώντας μια το ολόγιομο φεγγάρι  που ξεπρόβαλε 
στον ουρανό και μια  τα ήσυχα νερά της άρχισε να τραγουδά, 
η φωνή της έμοιαζε να βγαίνει σαν ηχώ μέσα από την λίμνη..
Αλαφροπατώ ξυπόλυτη
να μη ταράζω τα ήσυχα νερά
την γαλήνη των ψαριών που κολυμπούν ανέμελα.
Αλαφροπατώ ξυπόλητη να μη μ’ ακούσουν
και σκιαχτούν
και χάσουν την λαλιά τους τα πουλιά
παίζω κρυφτό με τον ήλιο
ανάμεσα στα καλάμια την ημέρα
και πέφτω στη αγκαλιά ενός πράσινου
νούφαρου που με περιμένει
κάθε νύχτα. ξυπόλητη
Αλαφροπατώ σαν ξωτικό
να μην τρομάζω τους ανθρώπους
που ρουφάνε μέρα και νύχτα την ζωή που κυλά σαν νερό
σαν το νερό αυτής της λίμνης που κάποιοι κάποτε
την είπανε Κερκίνη.
(Αυτός ο μονόλογος μπορεί να 
ακουσθεί στην αρχή ή στο τέλος)   
Τα παιδιά  τότε ανασηκώθηκαν κι  όλα μαζί με μια φωνή, χαιρετώντας 
την νεράιδα της είπαν την πιο γλυκειά καληνύχτα της καρδιάς τους
Ο μύθος είναι εμπνευσμένος από την υπέροχη γιαγιά Πρασσιάδα 
που γεννήθηκε στις αρχές του 20ο αιώνα. Τότε που η λίμνη δεν 
ήταν μόνιμη αλλά διαμορφωνόταν μόνον όταν ο ποταμός Στριμώ-
νας κατέβαζε πολύ νερό. Αργότερα δημιουργήθηκε η τεχνιτή λί-
μνη, το 1932 παραδόθηκε  «ως έργο». Οι ιστορικοί των αρχαίων 
χρόνων αναφέρουν για πρώτη φορά την λίμνη Κερκίνη με το όνο-
μα Πρασσιάδα, το όνομα της καλής γιαγιάς…
Όλγα Ιωαννίδου
olgaioanni@windowslive.com
Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr

Η Χρυσόκαρδη Ξανθομαλλούσα


Η Χρυσόκαρδη Ξανθομαλλούσα - Παραμύθι της Μαρούλλας Πανάγου

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Πού πήγαν οι νεράιδες;



«Αλήθεια μπαμπά έτσι έγινε».

«Τι έγινε;»

«Έφυγαν».

«Ποιοι;»

«Μου το είπε η γιαγιά».

«Ποιοι έφυγαν παιδί μου;»

«Μα σου λέω έφυγαν».

«Ποιοι; Πού πήγαν;»

«Αλλά μετά ξαναγύρισαν. Ευτυχώς δηλαδή. Πωωω. Τι θα κάναμε χωρίς αυτές».

«Αυτές; Ποιες αυτές;»

«Η γιαγιά είπε πως όλα ξεκίνησαν στον κούφιο λόφο. Όταν όλα τα παραμύθια είχαν μαζευτεί εκεί πάνω. Αυτός ο λόφος είναι ένας μεγάααλος, τεράστιος λόφος που είναι γεμάτος από χελιδονόχορτα και από καμπανούλες και από τετράφυλλα τριφύλλια και από θυμάρι. Πολύ πολύ θυμάρι. Όσες μέλισσες πάνε εκεί -γιατί οι μέλισσες επιτρέπεται να κυκλοφορούν ελεύθερες στην χώρα των παραμυθιών μπαμπά- κάνουν το καλύτερο μέλι. Παραμυθένιο μέλι μου είπε η γιαγιά. Τέλειο, τέλειο, μιαμ. να είχαμε να δοκιμάζαμε».

»Ακόμα μπαμπά είναι γεμάτο από φουντουκιές. Μεγάααααλες, ψηλές, τεράστιες, πελώριες φουντουκιές, που είναι όμως γερασμένες αλλά δυνατές. Ναι, ναι, δυνατές και έχουν πολλά κλαδιά με χίλια φύλλα το καθένα. Για να κάνουν σκιά στα παραμύθια. Αλλά τα φουντούκια τους να ξέρεις μπαμπά δεν πέφτουν ποτέ. Δεν τα αφήνουν δηλαδή οι φουντουκιές να πέσουν. Γιατί αν πετύχουν κανένα μεγάλο ξωτικό ή κανέναν κακό καλικάτζαρο και αυτός νευριάσει. Πωωω. Τότε θα την ξεριζώσει την καημένη την φουντουκιά».

«Τελικά έφυγαν και ήρθαν πάλι πίσω τα ξωτικά και οι καλικάτζαροι;»

«Ωωω μωρέ μπαμπά, δε με προσέχεις. Αφού σου είπα αυτές ήταν που έφυγαν. Αλλά ξαναήρθαν ευτυχώς. Ουφ!»

»Ήταν εκεί στον κούφιο λόφο που μετά από πολλές πολλές ώρες που δε μιλούσε κανένας -αφού τα παραμύθια μπορούν να μη μιλάνε και μόνο να κοιτάνε και να παρακολουθούνε- μίλησε η μητέρα Ση, η αρχηγός όλων των νεράιδων. Είπε πως αφήνουν όλες οι νεράιδες τον κούφιο λόφο γιατί όλα τα υπόλοιπα παραμύθια δεν τις σέβονται τόσο όσο θα έπρεπε. Δηλαδή μπαμπά δεν τις ήθελαν, αυτό σημαίνει 'σέβονται'».

«'Σέβονται' σημαίνει πως δεν τους συμπεριφερόταν όπως τους άρμοζε και όπως έπρεπε, δεν τις εκτιμούσαν».

«Ναι μπαμπά αυτό που λες, δεν τις σεκτιμούσαν. Αλλά η γιαγιά δεν ήθελε να μου πει γιατί δεν τις σεκτιμούσαν τις νεράιδες και εγώ δεν ρώτησα γιατί είδα πως δεν ήθελε να μου πει, αλλά κατάλαβα πως τα υπόλοιπα παραμύθια ήθελαν να τις διώξουν για να είναι αυτά πρώτα στις ιστορίες. Θα δεις παρακάτω που θα σου πω. Περίμενε, περίμενε.».

»Εκείνη την στιγμή πάντως που μίλησε η Μητέρα Ση, τα υπόλοιπα παραμύθια συνέχισαν να μη μιλάνε. Απλά την κοιτούσαν και τη Μητέρα Ση και όλες. Ο Κορακοχόρτης, ο Γκίλλυ Ντου, τα Κομπόλντ, τα Μπογκλ, τα Ζαλίμια, οι Νάνοι, οι Παγανιές, ο Πουκ, το Φακάν, η Μαύρη Άννις, ο Κοκκινοσκούφης, ο Ούρισκ, τα Άλβερ, οι καλικάντζαροι. Τίποτα. Τσιμούδια. Κιχ. Δεν βγάζανε άχνα. Λες και τους μάλωσε η δασκάλα. Κοιτούσαν μονάχα. Είχαν λερωμένη τη φωλιά τους είπε η γιαγιά και το ξέρανε, γι' αυτό δεν έλεγαν τίποτα».

«Πού τα ξέρεις παιδί μου εσύ όλα αυτά τα ονόματα;»

«Η γιαγιά σου λέω μου τα είπε. Αλλά άκου έχει κι άλλο».

»Η Μητέρα Ση τότε προχώρησε μπροστά και κατηφόρισε τον κούφιο λόφο. Πίσω της ακολούθησαν όλες οι νεράιδες. Μια τεράστια ουρά από νεράιδες μπαμπά. Η μία πίσω από την άλλη την ακολουθούσαν. Όλες οι ηρωικές νεράιδες ήταν εκεί, οι Τούθα ντε Ντάναν ήταν εκεί, οι Ασράι ήταν εκεί -μου αρέσουν πολύ οι Ασράι, οι μικρούλες Ασράι που γίνονται νερό, χι χι- οι Γκόραγκεθ Αννούν, όλες, όλες σου λέω. Κάποια από αυτές έπαιζε σε έναν αυλό τον σκοπό του Λοντοντέρρι».

«Μα. Και άλλα ονόματα; Ποιος σου τα είπε; Πώς μπορείς και τα θυμάσαι;»

«Μα αν στα πει μία φορά η γιαγιά, σου μένουν στο μυαλό και τα θυμάσαι. Δεν τα ξεχνάς ποτέ».

«Και στα είπε η γιαγιά όλα αυτά;»

«Ωχού! Μα ναι σου λέω μπαμπά μου. Άκου όμως τι έγινε παρακάτω. Άκου, άκου.».

»Και έφυγαν. Ναι έφυγαν για μακριά. Η γιαγιά δεν ήθελε να μου πει για πού. Είπε μόνο πως πήγαν προς τη δύση και άφησαν τα άλλα παραμύθια πίσω στην ανατολή. Το μέρος δεν το είπε».

»Τα υπόλοιπα παραμύθια συνέχιζαν να τις κοιτούν αμίλητα καθώς εκείνες κατηφόριζαν τον κούφιο λόφο και φεύγαν μακριά. Αν και ήθελαν να τις διώξουν δάκρυζαν κρυφά την ώρα που οι νεράιδες έφευγαν. Κανείς δεν μπορεί να μην κλάψει σε ένα τόσο λυπητερό γεγονός. Ακόμα ούτε και ο ίδιος ο εχθρός σου».

«Σίγουρα θα ήταν λυπητερό. Στεναχωρήθηκα κι εγώ τώρα».

«Μη στεναχωριέσαι μπαμπά. Ξαναήρθαν. Θα δεις τι έγινε. Κάτσε να σου πω, κάτσε».

»Αφού έφυγαν οι νεράιδες, τα υπόλοιπα παραμύθια έφτιαξαν καινούριες δικές τους ιστορίες και άλλαξαν τις παλιές. Τότε ήταν που βγήκε και η Χιονάτη. Καλά έκανα και δεν μου άρεσε ποτέ αυτό το παραμύθι. Η κανονική ιστορία, είπε η γιαγιά, ήταν με μία νεράιδα στη θέση της Χιονάτης, που την είχαν πάρει εφτά κακά ξωτικά και δεν την άφηναν να φύγει από το σπίτι τους και εκείνη τους έκανε όλο δουλειές. Μια άλλη νεράιδα όμως άκουσε τα παρακάλια της που ταξίδευαν μέσα από τον άνεμο όταν τραγουδούσε και της έδωσε ένα μαγεμένο μήλο και αυτό κατάφερε να την ελευθερώσει».

«Τα παραμύθια άλλαξαν αυτή την ιστορία και την έφτιαξαν έτσι ώστε να είναι για αυτά. Έκαναν δειλίες δηλαδή. Να δείχνουν αυτά καλά και οι νεράιδες να μη φαίνονται πουθενά. Εξαφανισμένες. Φσσστ αέρας από αεροζόλ που εξαφανίζεται, όπως όταν ρίχνει η μαμά για τα ζουζούνια. Αλλά το αεροζόλ μπορεί να εξαφανίζεται αλλά μένει η μυρωδιά του. Έτσι ξέρουμε τώρα πως ήταν για νεράιδα φτιαγμένο αυτό το παραμύθι».

«Τι μου λες τώρα.».

«Ναι μπαμπά μου. Έπρεπε να άκουγες την γιαγιά να τα έλεγε. Και να ήταν μόνο αυτό; Όχι φυσικά. Η Ωραία Κοιμωμένη. Κι αυτή ήταν νεράιδα. Ναι αλήθεια. Και αυτός που ήταν πρίγκιπας, δεν ήταν στην πραγματικότητα. Όχι, όχι. Ήταν και αυτός ένα κακό ξωτικό που ήθελε να την κλέψει για να την έχει και να την κοιμίσει. Αλλάχτηκε και αυτή η ιστορία όμως, για να δείχνει καλά τα ξωτικά και τις νεράιδες πάλι εξαφανισμένες. Το ίδιο έγινε και με την Κοκκινοσκουφίτσα και την Τοσοδούλα».

»Κατάλαβες τι κάνανε δηλαδή μπαμπά; Διώξανε τις νεράιδες και βάλανε τους ανθρώπους στη θέση τους. Και αυτό το κάνανε για να τους καλοπιάσουν και να λένε τις νέες ιστορίες με τα νέα παραμύθια παντού στον κόσμο -γιατί μπαμπά εμείς οι άνθρωποι είμαστε πολλοί περισσότεροι από τα παραμύθια. Αλλά πού ακούστηκε. Βάλανε εμάς τους ανθρώπους στη θέση των νεράιδων. Χα! Ανθρώπους στη θέση των νεράιδων».

»Οι άνθρωποι τότε τρόμαξαν που μπήκαν στη θέση των νεράιδων. Όχι γιατί φοβόνταν τις νεράιδες. Όχι, όχι. Κανείς δεν πρέπει να φοβάται τις νεράιδες μου είπε η γιαγιά. Τρομάξανε γιατί κατάλαβαν πως τα άλλα παραμύθια ήθελαν να κερδίσουν τον κόσμο των ιστοριών, δηλαδή τον κόσμο των παραμυθιών. Και όποιος κερδίσει τον κόσμο των παραμυθιών μπορεί να κερδίσει όλους τους κόσμους τότε, μου είπε η γιαγιά. Ο κόσμος των παραμυθιών είναι η ψυχή όλων των κόσμων».

«Ο κόσμος των παραμυθιών είναι η ψυχή όλων των κόσμων είπες;».

«Ναι, ναι μπαμπά μου. Έτσι είναι. Αλλά άκου ακόμα.».

»Οι άνθρωποι ήταν που έφεραν πίσω τις νεράιδες. Ναι. Γιατί τα σημάδια τους έχουν μείνει παντού. Αν ανοίξουμε τα μάτια μας μου είπε η γιαγιά, μπορούμε να τα δούμε και να τις βρούμε. Πολύ χαίρομαι γι' αυτό που είμαι άνθρωπος. Είμαι κι εγώ ένας από αυτούς που έφεραν πίσω τις νεράιδες. Γιούπι!».

«Και εγώ χαίρομαι γιε μου που τις φέραμε πίσω».

»Μα όχι μπαμπά. Όχι δεν λέω πως τις φέραμε όλοι. Κάποιοι από εμάς. Δηλαδή καλά κάνεις και χαίρεσαι. Δηλαδή δε λέω ότι δεν μπορείς και εσύ να φέρεις πίσω μία νεράιδα. Να, δηλαδή κοίτα.Πρέπει όλοι να χαρούμε και να δοκιμάζουμε να φέρουμε μία νεράιδα, αλλά να. Δεν κάνεις σωστά που λες ότι τις φέραμε όλοι μας. Δεν μπορούν όλοι να φέρουν. Μπορούν να προσπαθήσουν, αλλά μόνο κάποιοι μπορούν να τις φέρουν πίσω. Όσοι έχουν στη μιλιά τους νεραϊδένια χροιά, έτσι μου είπε η γιαγιά».

»Αλήθεια τι είναι χροιά; Δε ρώτησα την γιαγιά γιατί ντράπηκα. Αλλά σίγουρα την έχω. Αφού κατάφερα και την έφερα πίσω τη γιαγιά».

«Χροιά είναι ο τρόπος που μιλάς, πόσο διαφέρει από την ομιλία των άλλων. Πώς ακούγεσαι στους άλλους».

»Και για να έχουμε καλό ρώτημα; Τη γιαγιά ήταν που έφερες πίσω; Η γιαγιά έχει έξι μέρες που ήρθε από το χωριό. Εγώ πήγα και την πήρα μαζί με τον παππού σου».

«Χαααα! Χαααα! Χαααα! Χαααα! Όχι αυτή την γιαγιά καλέ μπαμπά. Αυτή η γιαγιά μου δεν ξέρει τίποτα. Λέει μόνο για τα άπλυτα του παππού μου και για τις πίτες που κάνει».

«Για ποια γιαγιά λες τότε; Την άλλη της μαμάς από το νησί;».

«Όχι, ούτε αυτή! Λέω για εκείνη που ήταν εδώ έξω στην αυλή».

«Ήρθε μια γιαγιά έξω στην αυλή;».

«Ναι. Εκεί που καθόμουν κάτω από την μεγάλη καρυδιά και έκανα κούνια, μου ήρθε να μιλήσω στο δέντρο μπαμπά. Δεν ξέρω γιατί αλλά μου ήρθε να μιλήσω στο δέντρο. Αλλά αυτό είναι χαζό αλλά εγώ το έκανα. Νόμιζα πως το δέντρο ψιθύριζε μπαμπά, νόμιζα πως κουνιόταν σαν άνθρωπος και έτσι κι εγώ του μίλησα και του είπα 'Μου φαίνεται ότι σε ακούω δέντρο να μιλάς, μακάρι να είχες στόμα και να μπορούσες να πεις αυτό που θέλεις'. Και τότε το δέντρο κουνήθηκε ολόκληρο και τα κλαδιά και ο κορμός και τα φύλλα και όλα μαζί κι εγώ με την κούνια. Τρόμαξα λιγάκι, λίγο όμως, γιατί τότε βγήκε από πίσω του η γιαγιά».

»Εμένα δε μου έμοιαζε καθόλου με γιαγιά. Ήταν νέα, ψηλή και όμορφη, με χρυσά μαλλιά πολύ πολύ μακριά και κάποια από αυτά τα είχε πιάσει κοτσίδες. Μου είπε να τη λέω γιαγιά γιατί είπε ότι ήταν πολλών χρονών μεγάλη. Εκατό φορές σαν την καρυδιά. Και έτσι κι εγώ αυτό έκανα. Τη φώναζα γιαγιά».

»Δεν κατάλαβα όμως πώς ήρθε μπαμπά. Μόνο ότι βγήκε πίσω από το δέντρο. Κι όταν έφυγε, πάλι πίσω από το δέντρο έφυγε κι όταν πήγα να κοιτάξω εκεί πίσω από τον κορμό του, δεν είδα τίποτα. Είχε εξαφανιστεί.

»Όταν με χαιρέτησε πριν φύγει, μου ζήτησε μια χάρη. Να λέω ιστορίες για νεράιδες όποτε μπορώ και μου έδωσε κι αυτό το μήλο. Είναι χρυσό, όπως και το χρώμα των μαλλιών της. Αν θέλω να την ξαναδώ ποτέ μπαμπά, μου είπε να φάω αυτό το μήλο και αυτή θα εμφανιστεί όπως και πριν από λίγο».

Ύστερα από εικοσιτέσσερα χρόνια, αυτό το μήλο παραμένει αναλλοίωτο σαν φρέσκο στο σπίτι μου. Βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μου, ανάμεσα από πολλά βιβλία και παραμύθια για νεράιδες. Κάποια από αυτά είναι και δικά μου. Ακολούθησα τη συμβουλή εκείνης της γιαγιάς και έγραψα πολλές ιστορίες για νεράιδες και είπα ακόμη περισσότερες.

Και το μήλο είναι εδώ απέναντί μου αυτή την στιγμή που γράφω αυτές τις αράδες. Περιμένει καρτερικά κάθε μέρα μέσα στο γυάλινο δοχείο του για να με σμίξει με την νεράιδα μου. Όποτε εγώ το θελήσω.


Ευάγγελος Λ. Ευθυμίου

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Το δέντρο της ζωής


Γεια σας!!


Με λένε Νεφέλη και θα ήθελα να σας διηγηθώ  μια ιστορία!!

Κάποτε,πρίν από χρόνια,είχα πάρει μια απόφαση!Μια απόφαση που θα με λύτρωνε από την δυστυχία μου.
Προτού όμως λάβω την λύτρωση,είχα μια επιθυμία…να αντικρύσω το απέραντο γαλάζιο της  θάλασσας.
¨Έτσι λοιπόν,πήρα το ποδήλατο μου και ξεκίνησα( αγνοώντας  φυσικά τι μου επιφύλασσε η μοίρα) !
Πέρασα από την κεντρική πλατεία της πόλης,οπου έβλεπα οικογένειες με τα παιδάκια τους να παίζουν,
Ερωτευμένα ζευγαράκια να χαμογελούν από ευτυχία…και αναρωτιόμουν  ‘’ Τι θέλω εγώ σ`αυτό το μέρος ;; Άραγε μου αξίζει κατι τέτοιο;; ‘’
Αποφάσισα να συνεχίσω  την πορεία μου προς  την θάλασσα,δίχως να κοιτάω ούτε δεξιά,ούτε αριστερά.
Μετά από λίγο δρόμο,άρχισε να φαίνετε μπροστά μου η θάλασσα και μόνο που την θωρούσα άνοιγε η Καρδιά μου…αλλά όχι αρκετά για να δεχθεί Αγάπη…ΟΧΙ,ΟΧΙ…δεν είμαι άξια Αγάπης!
Έψαχνα ένα ήσυχο μέρος να ξαπωστάσω…βλέπετε…είχα μάθει να είμαι μόνη και δεν αισθανόμουν βολικά να με περιτριγυρίζει κόσμος!
Βρήκα ένα απομονωμένο παγκάκι και κάθισα. Τι όμορφα που ηταν…άκουγες το κύμα να απλώνει και να χαϊδεύει  τα βότσαλα,έβλεπες τα χελιδόνια να φτιάχνουν τις φωλίτσες τους για να υποδεχθούν την νέα ζωή,τον Ήλιο να λάμπει ρίχνοντας τις αχτίνες του με αγάπη σ`όλη την πλάση και ένα δροσερό αεράκι να χαϊδεύει όλη την φύση μαζί και εμένα!!
  Ξάφνου,σαν να πρόσεξα κάτι να περνάει από μπροστά μου…
Δεν έδωσα σημασία κ συνέχισα να αγναντεύω  το θεόπνευστο μεγαλείο της Μητέρας φύσης!
Όμως…κάτι υπήρχε δίπλα μου…το ένοιωθα!Γύρισα προς τα αριστερά και αντίκρισα μια μεγάλη έκπληξη!
Από το πουθενά είχε εμφανιστεί ένας γέροντας και καθόταν δίπλα μου…δεν ήταν δυνατόν…πως βρέθηκε εδώ;;
Μόλις τον κοίταξα,ένιωσα την μεγαλοσύνη της καρδιάς του!
Ήταν γαλήνιος,χαμογελαστός,λες και η λέξη Ειρήνη του χρωστούσε το όνομα της…!!
 
«Τι θέλετε εδώ κύριε;»,του αποκρίθηκα!

«Ήρθα γιατί με κάλεσες»,μου απάντησε μ`ένα χαμόγελο!

«Μα….εγώ δεν κάλεσα κανεναν,την ησυχία μου θέλω!»

«Ακριβώς γι`αυτό ήρθα, Νεφέλη!»

«Μα;; Μα…πως γνωρίζετε όνομα μου;;»

Εκείνος χαμογέλασε γλυκά και μου είπε, «Θέλεις να σου αφηγηθώ μια ιστορία»

«Ιστορία;;Τι ιστορία;;Για πιο λόγο;;»,ρώτησα!
Αν και ήμουν κάπως νευρική,αδυνατούσα να αρνηθώ,κάτι με τραβούσε,ηταν πέρα από τις δυνάμεις μου!
«Ωραία,λοιπόν,ξεκινήστε!»,αποκρίθηκα!

«Πολύ όμορφα,αλλα θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη.»

«Τι χάρη;;Χάρη σας κάνω που θα σας ακούσω.Τι άλλο θέλετε,τέλως πάντων;» Αποκρίθηκα,νευρικά!

Εκείνος χαμογελώντας μου είπε,«Οσο θα σου διηγούμαι την ιστορία,θα ήθελα να περπατάμε προς το μέρος!»

«Μέρος;;Πιο μέρος;;Τι είναι αυτά που μου λέτε;;»

«Θα δεις, Νεφέλη …και θα καταλάβεις!»,μου απάντησε μ`ένα αφοπλιστικό χαμόγελο!

Δεν ξέρω τι συνέβαινε αλλά δεν μπορούσα να αρνηθώ,κάποια άγνωστη δύναμη με έσπρωχνε!

«Εντάξει λοιπόν!Ας ξεκινήσουμε!»,αποκρίθηκα!

Χαμογελώντας ο γέροντας και καθώς περπατούσαμε,ξεκίνησε να διηγείται την ιστορία του!

« Μια φορά και έναν καίρο,πριν από πολλά χρόνια,ηταν ένα νέο αγόρι που το έλεγαν Χαράλαμπο!
Όμορφο όνομα,βγαίνει από τις λέξεις ΧΑΡΑ και ΛΑΜΠΩ!
Αλλά η ζωή του δεν ήταν έτσι ακριβώς!
Πολλές κακουχίες του έλαχε να περάσει,σπάνια χαμογελούσε και δεν πίστευε στην έννοια της Αγάπης!
Του άρεσαν όμως οι βόλτες στο δάσος γιατί του πρόσφεραν ηρεμία και γαληνη,είχε ακούσει διάφορες ιστορίες και μύθους για νεράιδες και ξωτικά που κατοικούσαν εκει!Δεν  τα πίστευε,όμως!»

«Εσύ, Νεφέλη τα πιστεύεις ;»,μου αποκρίθηκε!

«Όχι,φυσικά!Αυτα είναι παραμυθάκια για τα παιδάκια!»,του απάντησα!

Τότε μου χαμογέλασε,έσκυψε το κεφάλι του και συνέχισε!

« Ένα σούρουπο λοιπόν,καθώς έκανε την καθιερωμένη του βόλτα στο δάσος,προσπαθώντας να νιώσει αυτά τα αισθήματα που μόνο το δάσος του χάριζε απλόχερα,ήλθε αντιμέτωπος με μια μεγάλη αλήθεια αλλά και πρόκληση!
Εμφανίστηκε εμπρός του μια πανέμορφη νεράιδα!Το όνομα της… Αριάδνη!!
Χόρευε και τραγουδούσε με χάρη !
Αρχικά δεν πίστευε στα μάτια του,όμως σιγά σιγά άρχισε να συνέρχετε από το σοκ αυτής της αποκάλυψης και την παρακολουθούσε μαγεμένος.
Η νεράιδα δεν είχε αντιλήφθη την παρουσία του νεαρού Χαράλαμπου ,όμως ήταν θέμα χρόνου να συμβεί και αυτό.
Και έτσι έγινε! Σε κάποια στροφή πάνω στον μαγευτικό χορό της,επεσε επάνω του και τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν!Αυτο ήταν αρκετό και για τους δυο!
Ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα!!»

«Πιστεύεις στον έρωτα και την αγάπη, Νεφέλη;»,με ρώτησε!

«Όχι,φυσικά!Ολα αυτά είναι παραμύθια,δεν υπάρχουν,απλα δεν υπάρχουν…!»,απάντησα με σθένος!

Ο γέροντας έσκυψε το κεφάλι του για άλλη μια φορα,αλλα αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε!
«Χα,χα…τον αποστόμωσα» ,σκέφτηκα κ γελούσα όλο περηφάνια !
Ο γέροντας  συνέχισε να διήγητε την ιστορία του…

«Κάθε βράδυ έδιναν ραντεβού στο δάσος με σκοπό να είναι μαζί,να αγκαλιάζονται και να κοιτανε ο ένας τα μάτια του αλλου!Δεν μπορούσε να ζήσει ο ένας μακριά από τον άλλο,αλλα οι νεράιδες είχαν ένα πρόβλημα με τον ήλιο που τους έκαιγε τα φτερά και δεν μπορούσαν να βγουν τα πρωινά!
Ο Χαράλαμπος δεν πίστευε ότι αυτό που ζει είναι αληθινό και προσπαθούσε να βρει τρόπους και σκέψεις για να μπορεί να κρατήσει τα πιστεύω του!!Οπως έλεγε χρόνια τωρα,`δεν υπάρχει αγάπη κ έρωτας`!Αλλα η καρδιά του άλλα του έλεγε και είχε έλθει σε συγχηση!!Παλευε με τον ίδιο του τον εαυτό και προσπαθούσε να βρει τρόπο και δύναμη για να απεμπλακεί από αυτό το `παραμύθι` !!
Έτσι λοιπον,μια μερα,πηρε την απόφαση να μην ξαναπάει στο δάσος!Επρεπε να βάλει τέλος σ`αυτό το παραμύθι και χρειάζονταν τολμηρές κ επίπονες αποφάσεις!!Δεν του ήταν δύσκολο  να πονάει,άλλωστε μια ζωή ζούσε με σύντροφο τον πόνο!
Η νεράιδα τον περίμενε για εβδομάδες να εμφανιστεί,αλλα μάταια!
Έπρεπε να κάνει κάτι για να δει τι έπαθε ο αγαπημένος της και δεν έχει εμφανιστεί τόσο καιρό!
Ένα βράδυ λοιπόν πήγε να τον ψάξει στην πόλη,αυτό απαγορευόταν για τις νεράιδες αλλά μπροστά στην αγάπη της για αυτόν τίποτα δεν μπορούσε να μπει εμπόδιο!
Τον βρήκε λοιπόν να κάθεται σ`ένα παγκάκι στο πάρκο και έπινε αλκοόλ!!
Πήγε κοντά του και μ`ένα χαμόγελο αγαλλίασης τον αγκάλιασε!
Αυτός τότε την έσπρωξε με δύναμη από κοντά του και της είπε χωρίς να το σκεφτεί…
` Φύγε από εδώ,δεν έχεις καμιά δουλεία εδώ,φυγε,φυγε σου λέω … ` .
Η νεράιδα σοκαρίστηκε και δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που άκουγε!
 ` Μα γιατι;;Αφου με αγαπαει και τον αγαπαω;Γιατι;; `
Προσπάθησε να τον πλησιάσει ξανα,αλλα η αντίδραση αυτή τη φορά ήταν ακόμα χειροτερη….την αγνοουσε,την αγνοούσε παντελώς!
Η νεράιδα έφυγε κ πήγε στο δάσος ,όμως πηγαίνοντας προς  εκεί σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει για να φέρει πίσω τον αγαπημένο της!!
Η αγάπη της ήταν τόσο δυνατή κ αληθινή που για πρώτη φορά είχε αισθανθεί ότι βρισκόταν τόσο κοντά στον Πατερά της,τον ΘΕΟ!Εχοντας αυτό κατά νου,πηρε μια πολύ μεγάλη απόφαση !
Ήθελε να δώσει ένα μάθημα σε όλη την ανθρωπότητα και όχι μόνο στον αγαπημένο της!!
Πήγε λοιπόν και τον βρήκε και του είπε αυτό που αισθανόταν!!

` Σε παρακαλώ,πριν με διώξεις ξανά,άσε με να σου πω κάποια πράγματα!
Θέλω να ξέρεις ότι σε αγάπησα τόσο πολύ που όταν ήμουν διπλά σου,αισθανόμουν ότι βρισκόμουν διπλά στον Πατερά μας,τον ΘΕΟ!!
Αυτή η αίσθηση είναι τόσο δυνατή που τίποτα δεν συγκρίνεται μαζί της!!
Λοιπόν,άκουσε με για τελευταία φορά!
Αυτό που θα κάνω είναι μια γλυκιά θυσία στο όνομα της ΑΓΑΠΗΣ!!
Όμως έχω και μια επιθυμία!
Όταν θα βρίσκεις ανθρώπους που δεν πιστεύουν στην ΑΓΑΠΗ,θελω να τους φέρνεις εκεί και να τους λες αυτήν την ιστορία!!!
Όλα γίνονται στο όνομα της ΑΓΑΠΗΣ,σήμερα!!! `

Τότε ο νεαρός την ρώτησε, ` Τι είναι αυτά που λες, Αριάδνη;;Να τους φέρνω που;;ΤΙ ετοιμάζεσαι να κάνεις;;Για ποιά αγάπη μιλάς;;`

Και η Αριάδνη συνέχισε!!!!
`Σήμερα,λίγο πριν την ανατολή του Ήλιου θα ήθελα να έρθεις στο δάσος για τελευταία φορά!!! `

Και ο νεαρός έγνεψε καταφατικά,δίχως δεύτερη σκέψη,κάτι τον τραβούσε να πάει εκεί !!!

Έτσι λοιπόν,λίγο πριν την ανατολή και αφού ο νεαρός Χαράλαμπος ήταν εκεί, η Αριάδνη άρχισε να τραγουδάει  και να χορεύει τον πιο μεγαλειώδη και όμορφο χορό της,ηταν πραγματικά μαγευτικό το θέαμα μιας και όπως είχε πει
 `Σήμερα όλα γίνονται στο όνομα της ΑΓΑΠΗΣ` ….!!

Όπως χόρευε η Αριάδνη,ο ήλιος άρχισε να κάνει δειλά δειλά την εμφάνιση του….!

Τότε ο νεαρός γύρισε γεμάτος αγωνιά προς την Αριάδνη και της είπε:
` Αριάδνη,σταμάτα τώρα,βγαίνει ο ήλιος πρέπει να φύγεις `

Και η Αριάδνη συνεχίζοντας τον εκστατικό γεμάτο από Αγάπη χορό της του απάντησε χαμογελώντας…

` Σήμερα όλα γίνονται στο όνομα της Αγάπης,αγαπημένε μου!Το υπέρτατο δώρο της καρδιάς είναι η αληθινή και αγνή  Αγάπη!Αυτο το αίσθημα είναι τόσο δυνατό που δεν υπάρχουν περιορισμοί  και αξίζει κάθε θυσία γιατί  αποτυπώνετε στον Θεό…είναι ο ίδιος ο Θεός!!!Σήμερα θα μάθεις ότι η ΑΓΑΠΗ δίνει δύναμη για τα πάντα και είθε να  γίνεις  υπέρμαχος και απόστολος της με σκοπό να το μεταδίδεις από γενιά σε γενιά…στην ανθρωπότητα `

Ο ήλιος πλέον είχε φανεί για τα καλά και τα φτερά της Αριάδνη άρχισαν να καίγονται,αλλα εκείνη έπαιρνε δύναμη από την ΑΓΑΠΗ κ συνέχιζε τον εκστατικό χορό της!!
Είχε έρθει η ώρα για το υπέρτατο κρεσέντο που είχε σχεδιάσει για τον αγαπημένο της….

` Αυτό είναι για σένα αγαπημένε μου,κάθε φορά που θα με βλέπεις να θυμάσαι ότι είναι ένα έργο ΑΓΑΠΗΣ προς εσένα,προς ολόκληρο τον κόσμο… `

Και τότε η μικρή Αριάδνη,πανω στο δικό της χορευτικό κρεσέντο πάθους,πήρε την μορφή του ΔΕΝΤΡΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ που ποτίζετε από την Αγάπη μα συνάμα πήρε και την στάση που θα αποτύπωνε και την σημασία της Αγαπης….την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!!! »

Καθώς περπατούσανε,η Νεφέλη άκουγε με προσοχή την ιστορία του γέροντα αλλά είχε μια ερώτηση!!

«Γέροντα,γιατι έκανε μια τέτοια θυσία;Πως μπορεί αυτό να θεωρηθεί `ΔΩΡΟ` ; »

Και ο γέροντας απάντησε:

«Νεφέλη,αυτό ήταν  το μεγαλύτερο δώρο που της έκανε ο Θεός και θέλησε να το αποτυπώσει για να το βλέπουν οι άνθρωποι και να θυμούνται να αγωνίζονται γι`αυτό!
Το ίδιο κάνει και ο Χαράλαμπος.Πηγαίνει κάθε μέρα στο βουνό και την βλέπει,για να θυμάται ότι η Αγάπη ελευθερώνει την ψυχή,αγνοόντας την ύλη!Η ύλη απλά αποτυπώνει το μεγαλείο της…»

Να…είπε ο γέροντας  χαμογελώντας γαλήνια,φτάσαμε!!!

Η Νεφέλη μόλις αντίκρισε το δέντρο στο δάσος συνειδητοποίησε τι ακριβώς είχε γίνει,είχε μείνει άφωνη από το δέος που της προκάλεσε και την μαγική γοητεία του.Την πήραν τα κλάματα λες και  έβγαζε από μέσα της όλα όσα την καταπίεζαν τόσα χρόνια και ξαφνικά ένιωσε την Αγάπη  και την Ελευθερία που γεύεσαι από αυτήν!!!Απελευθερωμένη  πλέον από τα δεσμά που την κράταγαν οι φόβοι της και με γαλήνια φωνή ,γύρισε να βρει τον γέροντα,αλλά ο γέροντας ήδη απομακρυνόταν!!!


Τότε η Νεφέλη του φώναξε…

«Γέροντα,σε παρακαλώ,πριν φύγεις θέλω να μάθω το όνομα αυτού που μου είπε αυτό το όμορφο παραμύθι!Σε παρακαλώ,πές μου,πώς σε λένε;;»

Και ο γέροντας,συνεχίζοντας την πορεία του,απάντησε , «Με λένε,Χαράλαμπο!»

Η Νεφέλη είχε μείνει σοκαρισμένη να κοιτάζει αυτό το Θεόπνευστο θαύμα, με το αποτυπωμένο κρεσέντο ΑΓΑΠΗΣ επάνω του και πλέον συνειδητοποιούσε ότι αυτό το `παραμύθι` είχε μια μαγική δύναμη που την απελευθέρωσε από τους φόβους της!!!
Ότι δεν ήταν απλά ένα παραμύθι….αλλά μια ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ!!!!
Δημιουργός: Χ.Γιαννόπουλος


Αυτή η ιστορία μου χαρίστηκε από έναν φίλο μου πολύ αγαπημένο...ως δώρο γενεθλίων...
Ευχαριστώ!

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Το παραμύθι της Νεφέλης




Κάπου πολύ μακριά, εκεί που πόδι ανθρώπου δεν έχει πατήσει ποτέ, σε ένα πανέμορφο δάσος με ξεχωριστή βλάστηση ζούσε ανάμεσα σε άλλες μια μικρή νεράιδα που τη λέγανε Νεφέλη.
Είχε μακριά καστανόξανθα μαλλιά και μεγάλα εκφραστικά πράσινα μάτια. 
Τα φτερά της είχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και αυτό έκανε τις άλλες νεράιδες να την ζηλεύουν. 
Καμιά δεν είχε τόσο πανέμορφα φτερά. 
Η Νεφέλη ωστόσο δεν ήταν η πιο όμορφη από τις υπόλοιπες αλλά είχε την πιο καλή καρδιά, και αυτό την έκανε να ξεχωρίζει.
Η καλοσύνη της και η αγάπη της την είχε κάνει την πιο αγαπητή σε όλα τα ζωάκια του δάσους. 
Ήταν πάντα η πρώτη που θα τους βοηθούσε στο οτιδήποτε, η πρώτη που θα τους συμβούλευε σε ότι ήθελαν και η πρώτη που θα στεκόταν δίπλα τους σε ότι θα τους συνέβαινε. 
Η καρδιά της ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσε να χωρέσει μέσα της όλη η πλάση. 
Μεγαλώνοντας η Νεφάλη, και βλέποντας όλους τους φίλους της να βρίσκουν το ταίρι τους άρχισε να νιώθει μόνη. 
Ο φίλος της ο αετός της κράταγε παρέα και της έλεγε ότι με τόση ομορφιά και καλοσύνη που έχει, σύντομα θα την αγαπήσει κάποιος πραγματικά, φτάνει να το θελήσει και εκείνη. 
Ξαπλωμένη μια μέρα σε ένα μανιτάρι σκεφτόταν ότι είναι υπέροχο όλοι να σε αγαπάνε σαν φίλη, αλλά αυτό αρκεί; 
Ο ήλιος άκουσε τον μονόλογο της και την πλησίασε…
Άρχισε να της κάνει κοπλιμέντα και να της λέει πόσο αγαπητή του ήταν.
Τις χάιδεψε τα μαλλιά με τις ακτίνες του και την έκανε να χαλαρώσει.
Τις μιλούσε και την υπνώτιζε με τη ζεστασιά του. 
Μέρα με την ημέρα άρχισε να της λέει ότι την αγαπά και η νεραιδούλα κολακεύτηκε.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά και ένιωσε ένα σκίρτισμα…
Ανυπομονούσε τα βράδια να περάσουν οι ώρες να δει τον αγαπημένο της ήλιο. 
Άρχισε να πονά που δεν μπορούσε να τον έχει συνέχεια μαζί της. Της έλειπαν τα βράδια η ζεστή του αγκαλιά. 
Μετά από καιρό και καθώς μιλούσαν μεταξύ τους για την αγάπη τους εκείνη του ζήτησε να κάνουν κάτι να είναι μαζί συνέχεια. 
-Μα πως μπορώ, ; Εγώ είμαι εδώ για όλους, δεν μπορώ να κάνω κάτι… 
-Αν δεν μπορείς, θα κάνω εγώ. 
Θα έρθω μαζί σου. 
Θα με πάρεις αγκαλιά και όταν θα πηγαίνεις για ύπνο θα κοιμόμαστε μαζί, του είπε. 
Ο ήλιος χαμογέλασε. 
Του άρεσε η ιδέα.
Ας προσπαθούσε επιτέλους κάποια να έρθει να τον βρει…
Ποτέ καμιά από αυτές που είχε αγαπησει δεν το είχε σκεφτεί. 
Ετσι λοιπόν την επόμενη μέρα, η Νεφέλη το πηρε απόφαση και άρχισε να πετά και να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. 
Ήθελε πολύ να φτάσει τον αγαπημένο της ήλιο και να τον πάρει αγκαλιά. 
Ανεβαίνοντας η ζέστη άρχισε να γίνεται αφόρητη. 
Εκείνη επέμενε να ανεβαίνει. 
Το λευκό της δέρμα της άρχισε να κοκκινίζει, και τα μαλλιά της να καίγονται. 
Άρχισε να πονά αλλά το πείσμα της δεν σταμάταγε.
Αγαπούσε πολύ τον ήλιο της και δεν θα εγκατέλειπε ότι και να γινόταν. 
Όμως δεν ήταν μόνο στο χέρι της.
Τα όμορφα φτερά της άρχισαν να καρβουνιάζουν και να διαλύονται. Πριν καλά καλά καταλάβει τί γίνεται, ίσα που πρόλαβε να φωνάξει τον ήλιο αλλά εκείνος δεν την άκουσε…
Η Νεφέλη άρχισε να πέφτει στο κενό με δύναμη, ώσπου για καλή της τύχη έσκασε πάνω σε ένα μεγάλο πλατύφυλλο και από εκεί στο γρασίδι δίπλα στη λιμνούλα. 
Έμεινε εκεί αναίσθητη για πολύ ώρα.
Όταν ξύπνησε πονούσε σε όλο της το κορμί. 
Τα ματάκια της άνοιξαν διάπλατα όταν αντίκρυσε το είδωλο της στην λίμνη. 
Τίποτα πια δεν θύμιζε την όμορφη Νεφέλη. 
Το δέρμα της είχε κοκκινήσει και είχε βγάλει εξανθηματα, τα μαλλιά της είχαν καεί, το σώμα της αιμορραγούσε από πολλά σημεία και τα όμορφα φτερά της… είχαν χαθεί για πάντα…. 
Έμεινε εκεί να κλαίει με λυγμούς για την χαμένη ομορφιά της και για το χαμένο όνειρο της.
Έψαξε να βρει τον ήλιο, τον αναζήτησε για ώρα αλλά εκείνος λες και κατάλαβε το λάθος του, κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα και αναζήτησε άλλη αγάπη, πιο όμορφη κάπου μακριά. 
Την Νεφέλη την πήρε ο ύπνος θρηνώντας πια και την χαμένη της αγάπη. 
Την άπιαστη αγάπη ενός ψεύτη ήλιου… 
Ένα χάδι της διέλυσε το όμορφο όνειρο με τον ήλιο…
΄Ανοιξε τα ματάκια της και αντίκρυσε την τρομαγμένη ματιά του αγαπημένου της αετού.
Την βοήθήσε να σηκωθεί και της έδωσε νερό να πιει.
Εκείνη με βουρκωμένα ματια του εξιστόρησε ότι είχε γίνει.
Έκείνος την έβαλε κάτω από τα φτερά του και κλάψανε μαζί για ώρες… 
Η συντροφιά του της είχε γίνει απαραίτητη. 
Τα φτερά της δεν υπήρχαν πια και δεν μπορούσε να πετάξει, να νιώσει ελευθερη. 
Το κορμί ακόμη πονούσε και ο αετός ήταν ο μόνος που την έκανε να ξεχνάει. 
Περνούσε ώρες κοντά της προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Σύντομα άρχισε να την βάζει και στο ράχη του και να την πηγαίνει μικρές όμορφες βόλτες…έτσι όπως μόνο αυτός ήξερε. 
Ο καιρός περνούσε και ο πόνος άρχισε να φεύγει από τη Νεφέλη.
Ο ήλιος φάνταζε στα μάτια της αλλά και στην καρδιά της πια μακρινός. 
Τα μαλλιά της ξαναμάκρυναν, η επιδερμίδα της έγινε καλύτερη αλλά τα φτερά της είχαν χαθεί για πάντα. 
Η σχέση της με τον αετό είχε γίνει σχέση εξάρτησης. 
Ηταν για εκείνη το στήριγμα της, ο φίλος της, το παρεάκι της. Αναζητούσε καθημερινά να τον δεί και εκείνος το ίδιο και μαζί περνούσαν υπέροχα. 
Ακόμα και όταν εκείνη μελαγχολούσε, αυτός ήταν εκεί για να της προσφέρει την φτερούγα του και εκείνη να κουρνιάσει μέσα της. 
Κάποια μέρα όπως οι άλλες και ενώ ο αετός καθόταν αγκαλιά με την Νεφέλη και χαζεύανε τη λίμνη, γύρισε, την κοίταξε και της είπε το δικό του καημό. 
Την αγαπούσε τόσο καιρό αλλά φοβόταν να της το πει. 
Αυτή ήταν μια νεράιδα, πάντα όμορφη στα μάτια του, ενώ εκείνος ήταν απλά ένας μαύρος άσχημος αετός. 
Η Νεφέλη άπλωσε τα χεράκια της γύρω από το λαιμό του και τον έσφιξε με όλη της την αγάπη.
Άφησε την ταλαιπωρημένη καρδιά της να σπάσει τα δεσμά και να κάνει χώρο για τον αετό της, για το φίλο της και αγαπημένο της πια… 
Ο πρώτος καιρός ήταν ονειρικός…οι δυό τους ήταν συνέχεια μαζί. Εκείνος πετούσε σπάνια – όσο και αν το λάτρευε – και αφιέρωνε όλο το χρόνο στη νεραιδούλα του. 
Περνούσαν πολλές ώρες μαζί και σπάνια ο αετός έφευγε να πάει να κάνει μια βόλτα να ξεμουδιάσει τα φτερά του. 
Πολλές φορές έπαιρνε μαζί και την αγάπη του και προσεχτικά της έδειχνε το κόσμο από τόσο ψηλά. 
Η αγάπη του όμως για το δυνάτο, γρήγορο και επικίνδυνο πέταγμα πάνω από τα βουνά άρχισε να του λείπει. 
Άρχισε δειλά δειλά να λείπει λίγες ώρες από τη Νεφέλη.
Εκείνη τον περίμενε καρτερικά γιατί ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να του το στερήσει αυτό
Οι φίλοι της τα ζώα της κρατούσαν παρεούλα μέχρι να κουραστει ο καλός της και να επιστρέψει στην αγκαλιά της.
Με το καιρό ο χρόνος μεταξύ τους είχε μειωθεί αρκετά και η νεραιδούλα άρχισε να νιώθει μόνη της. 
Όταν εκείνος πήγαινε για χαμηλές ήρεμες πτήσεις την έπαιρνε μαζί του αλλά αυτό τελευταία είχε αρχίσει να γίνεται σπάνια. 
Εκείνος αγαπούσε πολύ την Νεφέλη αλλά είχε κουραστεί να κάθεται με τις ώρες χωρίς να πετά.
Η Νεφέλη αν τον αγαπούσε πραγματικά θα έπρεπε να καταλάβει. 
Από την άλλη η νεραιδούλα άρχισε να νιώθει μοναξιά. 
Έτσι λοιπόν μια μέρα που ο αετός πήγε να την βρεί η Νεφέλη του ζήτησε να την παίρνει μαζί τους στις επικίνδυνες πτήσεις του. 
-Δεν μπορώ να το κάνω αυτό Νεφέλη. 
Είναι επικίνδυνο για σένα, της είπε. 
– Αν είχα τα φτερά μου και εγώ θα ήταν διαφορετικά.
Τώρα μόνη, χωρίς φτερά νιώθω καταδικασμένη. 
Θέλω να πετάξω, μαζί σου. 
Κάποτε θυσιάσα τα όμορφα φτερά μου για μια αγάπη άπιαστη.
Για σένα θα μπορούσα να θυσιάσω και την ίδια μου τη ζωή, αρκεί να σε έχω δίπλα μου.
Πάρε με μαζί σου, και κάνε με ευτυχισμένη.
Δεν μπορώ άλλο την μοναξιά, του είπε. 

Εκείνος σκέφτηκε ότι προτιμά χίλιες φορές να πετά παρά να είναι στο έδαφος. 
Ας πετάει λοιπόν πιο προσεχτικά έχοντας μαζί του τη Νεφέλη. 
Και δέχτηκε. 
Η Νεφέλη ανέβηκε στη φτερούγα του και σχεδον κρύφτηκε από κάτω. 
Ο αετός ξεκίνησε να πετά χαλαρά και άρχισε να ανεβαίνει.
Οι κορφές στα βουνά ήταν για εκείνον τα αγαπημένα του σημεία. 
Το κρύο εκεί πάνω άγγιξε μονο τη μικρή νεραιδούλα.
Τα χεράκια της άρχισαν να παγώνουν και σφίχτηκαν πιο δυνατά. 
Ο αετός απολάμβανε τη πτήση του και σιγά σιγά άρχισε να δυναμώνει το πέταγμα του. 
Πετούσε πια δυνατά και η μικρή νεραιδούλα δεν μπορούσε ούτε να πάρει ανάσα.
Εκείνος μέσα στη λαχτάρα του άρχισε να κάνει ακροβατικά.
Άρχισε να γυρίσει πλάγια, ανάποδα , να πέφτει στο κενό χωρίς να σκεφτεί ούτε για μια στιγμή τη Νεφέλη…
Ζούσε το όνειρο του… 
Ο αντίλαλος του βουνού φώναξε το όνομα του και κείνος ξύπνησε ξαφνικά σαν από λήθαργο.
Τότε μόνο θυμήθηκε τη νεραιδούλα του. 
Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
Γύρισε το λαιμό του και άρχισε να την ψάχνει. Δεν την είδε πουθενά. Σήκωσε τα φτερά του και άρχισε να την φωνάζει δυνατά… 
-Νεραιδούλα μου….Νεραιδούλα μου..;;; .και τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα… 
Αλλά η νεραιδούλα του δεν ήταν πια εκεί…
πηγή: yorgose.spaces.live.com