Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Η Νεράιδα των Ονείρων και το Χρυσό Αγόρι



Σχεδόν τη μισή ζωή μας τη ζούμε σε έναν άλλο κόσμο : Στον όμορφο και παράξενο πλανήτη των ονείρων…Εκεί που οι επιθυμίες μας χορεύουν μπροστά μας, εκεί που κολυμπάμε μέσα στις πιο βαθιές μας σκέψεις κι εκεί που ανακαλύπτουμε την άγνωστη πλευρά του εαυτού μας που αρνούμαστε να δεχτούμε. Εμείς είμαστε απλοί επισκέπτες σ’ εκείνον τον μυστήριο κόσμο. Σ’ έναν τέτοιο λοιπόν πλανήτη από τους αμέτρητους πλανήτες του ονειρικού κόσμου ζούσε μια πανέμορφη νεράιδα. Κάθε βράδυ όποιος επισκέπτης πετούσε σε εκείνον τον πλανήτη την έβλεπε να ζωγραφίζει λουλούδια, να τραγουδάει με τη φωνή του αηδονιών και να λούζεται στο φως των φεγγαριών. Υπάρχουν πολλά φεγγάρια εκεί. Κάθε λογής χρώματος , κόκκινα, λευκά , πράσινα , γαλάζια ακόμα και μωβ. Τα φεγγάρια είναι η παλέτα της νεράιδας. Εκεί ο επισκέπτης γεύεται την αγνή ευτυχία που του δίνει το χαμόγελο της . Αν ο επισκέπτης είναι παιδάκι , παίζει μαζί του κάθε λογής νεραιδοπαιχνίδια, αν πάλι είναι μεγάλος τον μαθαίνει να παίζει τα παιχνίδια που έχει ξεχάσει. Επίσης η νεράιδα αυτή δίνει ζωή σε οτιδήποτε ζωγραφίζει με τα χρώματα των φεγγαριών. Αν ζωγραφίσει λουλούδι τότε εκείνο αμέσως θα βγάλει δροσούλα και θα μοσχοβολήσει. Αν ζωγραφίσει πεταλούδα τότε εκείνη αμέσως θα πετάξει. Και στους επισκέπτες της η νεραιδούλα ζωγραφίζει τα όνειρά τους. Ξέρει μόνο μία λέξη : «χαρά», έχει μόνο έναν σκοπό: «να ζωγραφίζει τη χαρά για τον κάθε επισκέπτη της ξεχωριστά»… Μια φορά , στον αληθινό κόσμο ζούσε ένα πανέμορφο αγόρι με χρυσή καρδιά μόνο που ήταν ορφανό, φτωχό και ζούσε αβοήθητο στους δρόμους. Η ζωή του ήταν δύσκολη και σκληρή. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, όταν το πήρε ο ύπνος σε μια υγρή γωνιά του σκοτεινού δρόμου, η ψυχούλα του επισκέφτηκε τον πλανήτη της νεράιδας. Εκείνη σαν το είδε θαμπώθηκε. - Δεν έχω ξαναδεί τόσο φωτεινό αγόρι! - Θέλεις να μου πεις το όνομά σου; - Δεν έχω όνομα καλή μου νεράιδα. της απάντησε εκείνος με χαμόγελο αληθινής ευτυχίας που αντίκριζε τόσο κάλλος μπρος στα μάτια του. - Τότε θα μου επιτρέψεις να σε λέω «χρυσό αγόρι» - Χρυσό κι απένταρο, της αποκρίθηκε χαμηλώνοντας τα μάτια του. - Όχι μη κοιτάς κάτω! Θα ξυπνήσ… όχι δεν κάνει να το πω. Έχε μου εμπιστοσύνη μείνε λίγο ακόμα κι εγώ θα ζωγραφίσω όλες σου τις ευχές. Ένα άταχτο αγγελάκι του έρωτα το έσκασε απ’ τον πλανήτη του κι όπως πετούσε αντίκρισε τη νεράιδα με το χρυσό αγόρι και δεν έχασε την ευκαιρία να τους ρίξει από ένα βελάκι στον καθένα για να ερωτευτούν. Έτσι η νεράιδα του ονείρου και το αληθινό αγόρι ερωτεύτηκαν. Η νεράιδα του ζωγράφισε φτερά και μαζί πετούσαν μέσα στο ουράνιο τόξο. Του ζωγράφισε κι ένα πινέλο σαν το δικό της για να μπορεί να ζωγραφίζει κι εκείνος. Πέταξαν επίσης και στη μαμά της νεράιδας στο πλανήτη των γλυκισμάτων. Εκεί φάγανε του κόσμου τα γλυκά. Ύστερα πήγαν στο πλανήτη της αδερφής της, τον πλανήτη των παιχνιδιών. Εκεί έπαιξαν με κάθε λογής παιχνίδια που το χρυσό αγόρι δεν μπορούσε καν να φανταστεί, εφόσον τα παιχνίδια είναι πλεονέκτημα των παιδιών που έχουν γονείς και σπίτι. - Νεραιδούλα μου, μπορούμε να πάμε στο πλανήτη που ζουν οι γονείς μου; Δεν ζουν στον κόσμο των ονείρων αλλά σ’ έναν άλλο κόσμο όπου δεν μας είναι επιτρεπτό να πάμε. Λυπάμαι πολύ. - Δεν πειράζει μου αρκεί που έχω εσένα… - Στο τέλος της βραδιάς κάθισαν και οι δύο σ’ ένα φεγγαράκι που είχε το σχήμα ενός αλόγου. Αγκαλιάστηκαν και τότε το χρυσό αγόρι έδωσε ένα σκαστό φιλάκι στα τριανταφυλλένια χείλη της νεράιδας. - Σ’ αγαπάω νεραιδούλα μου. - Σ’ αγαπάω χρυσό μου αγόρι. - Μη ξυπνήσεις και φύγεις, μείνε εδώ μαζί μου να ζωγραφίζουμε παρέα τα όνειρά μας. - Δεν θέλω να φύγω, μα φοβάμαι πως αργά ή γρήγορα το κρύο θα με ξυπνήσει. - Τι μπορώ να κάνω αγαπούλα μου για να μείνω εδώ; - Πολύ φοβάμαι πως είναι απαγορευμένο αυτό… του απάντησε σκεπτική - Μα έχετε νόμους εδώ στον κόσμο των ονείρων; - Όχι δεν έχουμε νόμους μα ο κάθε αληθινός επισκέπτης βάζει στα όνειρά του τα δικά του φρένα, μόνος περιορίζει τη ψυχή του και δεν ταξιδεύει πολύ μακριά. - Μα εγώ καλή μου δεν έχω νόμους. - Δεν έχεις όμως ούτε κλειδιά… - Κλειδιά; αναρωτήθηκε - Ναι τα κλειδιά τα έχει μόνο ο Μορφέας. Αυτός αποφασίζει πότε θα κοιμηθείς και σε ποιόν κόσμο θα ταξιδέψεις. Κι αυτός αποφασίζει πότε είναι η ώρα να ξυπνήσεις. Είπε η νεράιδα και πρώτη φορά ένιωσε μια πίκρα στην ψυχή της. - Δηλαδή δεν μπορώ να σ’ αγαπάω; Δηλαδή υπάρχει περίπτωση όταν ξυπνήσω να μη σε θυμάμαι και μετά να μη σε ξαναδώ ποτέ; - Έτσι πρέπει να γίνεται. Δεν είναι στο χέρι μας να τ’ αλλάξουμε. είπε η νεράιδα και το χρυσό αγόρι εξαφανίστηκε… - «Ξύπνησε» ψιθύρισαν τα χειλάκια της που για πρώτη φορά γεύτηκαν το φιλί, «αντίο χρυσό μου αγόρι» είπε και δάκρυσαν τα ματάκια της που για πρώτη φορά τυφλώθηκαν από τα βέλη του έρωτα. Ήταν κάποτε η νεράιδα της χαράς μα τώρα τίποτα δεν την έκανε να χαμογελάσει. Κάθε βράδυ καρτερούσε να δει το χρυσό αγόρι. Κανένας πια δεν πετούσε στο πλανήτη της παρά μόνο πληγωμένες καρδούλες που της ζητούσαν απελπισμένα να τους ζωγραφίσει τη χαρά, μα εκείνη δεν μπορούσε κι έτσι έκλαιγε πλάι στις πληγωμένες καρδούλες. Έτσι περνούσαν οι μέρες ώσπου ένα βράδυ την επισκέφτηκε μια καρδούλα που είχε γιατρευτεί. - Γεια σου νεραιδούλα, της είπε. Σ’ ευχαριστώ. - Γιατί; Είπε εκείνη αδιάφορα. - Επειδή μου είπες την ιστορία σου κι έτσι αποφάσισα να πάω να γιατρευτώ. - Και πώς τα κατάφερες καρδούλα μου; τη ρώτησε και στα ματάκια της έλαμψαν σαν δύο φλόγες ελπίδας. - Τον βρήκα νεραιδούλα μου. Ποτέ πριν δεν προσπαθούσα να του δείξω την αγάπη μου μα περίμενα εκείνον. Αλλά εσύ με έκανες να καταλάβω ότι η αγάπη μπορεί να νικήσει και τα πιο απίθανα εμπόδια. Αγωνίστηκα, νίκησα και τώρα είμαι ευτυχισμένη. - « Αυτό είναι!» φώναξε η νεραιδούλα. «Θα πάω στον κόσμο των αληθινό για να τον βρω!».Ολοκλήρωσε και πέταξε να βρει τον Μορφέα. Πέταξε στο μεγάλο παλάτι και στη απαγορευμένη πύλη απ’ όπου περνάνε όσοι ονειρεύονται. Δύο αγγελούδια την οδήγησαν στον Μορφέα. - Αγαπητέ Μορφέα. Σε παρακαλώ μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου να με στείλεις στον αληθινό κόσμο να βρω το χρυσό αγόρι. - Μα καλή μου εκεί δεν είναι όπως εδώ. Εκεί υπάρχει ο πόνος, η κακία, το δύσκολο. - Κι εδώ που είμαι μόνο πόνο γεύεται η καρδούλα μου γιατί της λείπει η αγάπη της. - Μα καλά θα χαραμίσεις τον παράδεισό σου για ένα αγόρι που δεν ξέρεις καν αν σε θυμάται; Τη ρώτησε παραξενεμένος. - Δίνω τα πάντα. Εκείνος είναι η χαρά μου ακόμη κι αν θα νιώθει τον πόνο και την πείνα το κορμί μου εγώ θα είμαι χαρούμενη γιατί θα τον αγαπάω. - Καλά, εγώ σε αφήνω. Μα θυμήσου είναι δικιά σου επιλογή και δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής παρά μόνο τα βράδια που θα κοιμάσαι. Είσαι σίγουρη; - Απόλυτα. Τότε εκείνος την οδήγησε στην Πύλη και της είπε να πηδήξει και αμέσως το κοριτσάκι ξύπνησε στο δρόμο. Δεν ήταν πια νεράιδα. Δεν είχε φτερά , ούτε γονείς. Χωρίς να σκεφτεί άρχισε να τριγυρνά στους δρόμους ψάχνοντας το χρυσό αγόρι. Είδε έναν διαβάτη και τον σταμάτησε. Ήταν ένας παππούς μ’ ένα παράξενο μαύρο καπέλο. - Κύριε με τον καπέλο θα μπορούσατε να με βοηθήσετε; τον ρώτησε ευγενικά - Χμ. έκανε εκείνος. Αλλά γρήγορα γιατί βιάζομαι. - Ψάχνω να βρω το χρυσό αγόρι που μένει σ’ αυτόν τον κόσμο. Μήπως ξέρετε που είναι; - Μα καλά πλάκα μου κάνεις; τι χρυσό αγόρι και μπούρδες, πήγαινε να παίξεις με τις κούκλες σου παρά να με κοροϊδεύεις γέρο άνθρωπο. Είπε θυμωμένος και έφυγε. - «Τι παράξενος κύριος» συλλογίστηκε το κορίτσι. Και συνέχισε να ψάχνει. Αργότερα συνάντησε σε μια γωνιά του δρόμου μια χλωμή γυναίκα που φαίνονταν άρρωστη. Τη πλησίασε και τη ρώτησε: - Είσαστε καλά κυρία; - Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα…είπε με ένα ύφος εκστασιασμένο. - Μήπως είδατε το χρυσό αγόρι; - Ω χρυσό μου. Πάρε αυτό και θα το δεις. Έβγαλε ένα μπουκαλάκι από το παλτό της. - Τι είναι αυτό κυρία; - Θα μου δώσεις το χρυσό σου δαχτυλιδάκι και θα σου δώσω αυτό να πιεις για να τον δεις. - Ω…μα… αυτό το δαχτυλιδάκι ζωγράφισε το χρυσό αγόρι και είπε ότι θέλει να το φοράω πάντα. Αλλά αν στ’ αλήθεια τον συναντήσω τότε να παρ’ το. - Και το κοριτσάκι δεν είχε αντιληφθεί πως έπεσε θύμα των ναρκωτικών από μια κλέφτρα γυναίκα που έφυγε και τη παράτησε λιπόθυμη στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Για καλή της τύχη τη βρήκε ένας περαστικός που έτυχε να είναι παιδίατρος και τη μετέφερε στην κλινική του. - Όταν ένα πρωινό το κοριτσάκι άνοιξε τα ματάκια της βρίσκονταν σε ένα όμορφο δωμάτιο, ξαπλωμένη σ’ ένα μαλακό κρεβάτι και πολλά παιχνίδια. Σε λίγο μπήκε μέσα κι ο γιατρός. - Α σύνηλθες καλή μου. Πώς νιώθεις; - Πού βρίσκομαι; Πίσω στο κόσμο των ονείρων; - Κόσμο των ονείρων; Πρέπει να ξεκουραστείς, της είπε γελώντας σιγανά. Βρίσκεσαι στο δωμάτιο του γιου μου. είπε κι ένα δάκρυ κύλισε στα μάτια του. - Και πού είναι τώρα; - Σε κάποιον άλλο κόσμο. Κάπου ψηλά στους ουρανούς. Αλλά τι σου λέω τώρα. Πες μου τ’ όνομά σου και που βρίσκονται οι δικοί σου για να τους καλέσω. - Με λένε νεράιδα της χαράς, η μαμά μου είναι η νεράιδα των γλυκών, ο μπαμπάς ο βασιλιάς των λουλουδιών και η αδερφή μου νεράιδα των παιχνιδιών. Μένω στον κόσμο των ονείρων, στο πλανήτη της χαράς. - Αχ αγγελούδι μου, δεν ξέρω από πιο παράδεισο έπεσες μα θα σ’ αφήσω να ξεκουραστείς. Εγώ τώρα πάω στη δουλειά μου, όταν νιώσεις καλύτερα σου έχω ετοιμάσει φαγητό στο τραπέζι της κουζίνας. Φάε καλά αγγελούδι μου για να δυναμώσεις και ίσως καταφέρεις να θυμηθείς, είπε και έφυγε. «Τι παράξενος κόσμος» παρατήρησε το κοριτσάκι . Πήγε στη κουζίνα όπως της είπε ο γιατρός και έφαγε το πρωινό που της ετοίμασε. Ύστερα εξερεύνησε το σπίτι . Τη προσοχή της τράβηξε ένα πινέλο. «Ω ναι πως είναι δυνατόν να το ξέχασα. Πρέπει να περιμένω το γιατρό να τον ρωτήσω αν ξέρει το χρυσό αγόρι, μα επειδή θα δυσκολευτώ να περιγράψω τη μορφή του λέω να τον ζωγραφίσω.» Έτσι πήρε ένα χαρτί, το πινέλο και τη παλέτα και ζωγράφισε το χρυσό αγόρι. Η ζωγραφιά της δεν έμοιαζε με ζωγραφιά παιδιού. Ήταν τέλεια. Μα λυπήθηκε πως δεν ζωντάνεψε όπως οι πεταλούδες που κάποτε ζωγράφιζε. Όταν τελείωσε πήγε πίσω στο κρεβατάκι κι αποκοιμήθηκε. - Όταν ο γιατρός γύρισε σπίτι εκείνο που αμέσως του τράβηξε τη προσοχή ήταν η ζωγραφιά. Ταράχτηκε τόσο που παραλίγο να σκοντάψει και να πέσει. Την άρπαξε και ξύπνησε το κοριτσάκι. - Πες μου που το βρήκες αυτό; - Το ζωγράφισα. - Μα, δεν είναι δυνατόν. Και πώς σου ήρθε αυτό το πρόσωπο; - Είναι το χρυσό αγόρι… - Το χρυσό αγόρι! Μα αυτός είναι ο γιος μου ! Που πέθανε πριν από δύο χρόνια! - Μα δεν γίνεται αυτό αφού εγώ τον είδα; - Τον είδες!!! Πού, πώς, πότε; ο γιατρός φαίνονταν πολύ ταραγμένος. - Στον κόσμο των ονείρων… - Α, καλά, είπα κι εγώ. - Γι αυτόν ήθελα να σας ρωτήσω. Αυτόν ψάχνω να βρω. - Κοριτσάκι μου, ήταν μόνο ένα όνειρο. προσπάθησε να την καθησυχάσει. - Μα, αν δεν ήταν εδώ δεν θα είχα λόγω να κατέβω να τον ψάξω. Όμως μου είπε πως δεν είχε γονείς ούτε όνομα έτσι εγώ τον ονόμασα χρυσό αγόρι. - Ώστε επιμένεις πως τον είδες στα αλήθεια! - Μα πείτε μου τι ακριβώς σημαίνει; Μήπως έχω πεθάνει; - Όχι, όχι. Τι είναι αυτά που λες. - Άρα είμαι στο σωστό κόσμο, ανακουφίστηκε. - Λοιπόν αν θες να μάθεις θα σου πω όλη την ιστορία. Ήμασταν μια ευτυχισμένη οικογένεια μέχρι εγώ και η μαμά του να χωρίσουμε. Κι εκείνο το βράδυ όπως εκείνη οδηγούσε απερίσκεπτα το αμάξι μαζί με το αγγελούδι μας μια απροσεξία, και το αμάξι κατρακύλησε και έπεσε μέσα σε βάλτο. Το συνεργείο τη βρήκε μετά από ώρα το αμάξι να έχει βουλιάξει σχεδόν όλο, τη μητέρα να έχει ξεψυχήσει από ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι κατά τη πτώση , τη πόρτα που κάθονταν ο γιος μου ανοιχτή και το κορμάκι του δεν βρέθηκε ποτέ και όλοι υποθέσαμε ότι πνίγηκε σταμάτησε καθώς η φωνή του είχε κλείσει από τη λαχτάρα που αναπολούσε. - Τότε θα πάμε να τον βρούμε, έτσι δεν είναι; είναι μόνος του και… - Φτάνει, τη διέκοψε απότομα κι έφυγε στο δωμάτιό του. - Το κοριτσάκι αποκοιμήθηκε και στο όνειρο είδε τον Μορφέα. Της είπε ότι το χρυσό αγόρι τώρα ονειρεύεται και πετάει κάπου στον κόσμο των ονείρων. Τη παρακίνησε να ψάξει να τον βρει και να τον ρωτήσει που βρίσκεται το κορμί του. Το πρώτο μέρος όπου σκέφτηκε να πάει ήταν ο πλανήτης της. Όταν έφτασε τον είδε έρημο και θλιβερό καθώς δεν υπήρχε κανένας να το φροντίζει και να του δίνει ζωή. Όμως ένα φως το ομόρφυνε, το φως του χρυσού αγοριού! - Νεράιδα μου. Τι σου συμβαίνει; πού πήγαν τα φτερά σου; πώς ερήμωσε ο παραδεισένιος πλανήτης σου; Τη ρώτησε - Δεν είμαι πια νεράιδα των ονείρων , έγινα κορίτσι, βρήκα τον μπαμπά σου και τώρα ψάχνω να σε βρω. Πες μου καλέ μου πού είσαι; είπε και γκρεμίστηκε στην αγκαλιά του. - Οδός ονείρων –34. Εκεί κοιμάμαι απόψε. - Μείνε εκεί… - Κάποτε μου έλεγες μείνε εδώ… Τώρα γιατί βιάζεσαι να φύγεις; - Από τότε που σε έχασα τα όνειρά μου δεν έχουν χρώματα. - Τότε πάρε το πινέλο που μου ζωγράφισες. Κράτησε το χέρι της και έβαλε μέσα στην παλάμη της το μαγικό πινέλο. - Είναι ανώφελο. Δεν είμαι πια νεράιδα. - Έχεις όμως ακόμα όνειρα… Τι περιμένεις ζωγράφισε τα. - Τότε εκείνη πήρε το πινέλο και ζωγράφισε το σπίτι του γιατρού και το παιδικό δωμάτιο με το μαλακό κρεβάτι και τα πολλά παιχνίδια. - Θυμάσαι τώρα; - Μου φαίνεται τόσο γνωστό αυτό που ζωγράφισες... - Είναι το δωμάτιό σου. Μείνει εκεί που είσαι και θα ‘ρθω να σε βρω. είπε και ξύπνησε. - Σηκώθηκε από το κρεβάτι κι έτρεξε στο γιατρό. - Οδός ονείρων –34. Εκεί είναι το χρυσό αγόρι. - Μα… δίστασε ο γιατρός - Σε παρακαλώ πρέπει να με πιστέψεις. - Έτσι πήραν το αυτοκίνητο και πήγαν στην οδό Ονείρων 34 κι εκεί βρήκαν το αγόρι να κοιμάται στα βρώμικα σοκάκια. - «Γιέ μου» έτρεξε ο γιατρός και τον αγκάλιασε. Το αγόρι όμως δεν θυμόταν . Τη μέρα του ατυχήματος έπαθε αμνησία. Το μόνο που θυμόταν ήταν μια νεράιδα που το έβγαλε από το βάλτο. Ούτε το κορίτσι το θυμόταν γιατί σπάνια θυμόμαστε τα όνειρά μας .Παρ όλο αυτά χάρηκε που βρήκε μια οικογένεια. κι έτσι έζησαν καλά στο ζεστό παράδεισο της οικογένειας κι εμείς καλύτερα. Πηγή: whitetiger http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=1498#ixzz1DrcvAdKq

1 σχόλιο:

  1. ακόμη και οι φίλοι μπορούν να φροντίσουν, μεταξύ τους, τις πληγωμένες τους, καρδιές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή