Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Η Νεράιδα Κερκίνη



(Σέρρες – Μακεδονία)
O Νικηφόρος και η Δανάη κι ο Πέτρος καθισμένοι πλάι στο απαλό 
κυμματάκι της λίμνης, ρίχνουνε πετρούλες και βοτσαλάκια..όπως κάθε 
απόγευμα. Κάθε πετρούλα σχημάτιζε τον δικό της κύκλο. 
Οι κύκλοι μεγάλωναν, απλωνόταν 
και τα παιδιά μαζί με τα νεροπούλια διασκέδαζαν..
-Η Κερκίνη όταν μας αισθάνεται κοντά της είναι χαρούμενη …
Χαμογελά … 
Τα δάκρυά της κυλούν ασταμάτητα και τα και η λίμνη 
γεμίζει νερό..
— Τα δάκρυά της; ρωτάει γεμάτος περιέργεια ο Πέτρος, 
ποια δάκρυά της; 
— Τα δάκρυα της νεράιδας ,της νεράιδας της λίμνης τόπο μας; 
Δεν έχεις ακούσει το παραμύθι της καλής μας νεράιδας;
Έλα Δανάη … μια λίμνη είναι τι νεράϊδες και παραμύθια μας λές … 
είπε ο Αλέξανδρος που καθόταν δίπλα της.
— Κάνεις λάθος είναι η λίμνη μας η νεραϊδόλίμνη μας 
είναι το θαύμα ετούτης της γης.
— Για κοίταξε γύρω σου … η φύση, τα δένδρα, οι άνθρωποι, τα ζώα, 
τα πουλιά … αχ ! αυτά τα πολύχρωμα τα πουλιά παίρνουν ζωή από την 
ζωή της. Και τα βουβάλια του Αντώνη ξεδιψούν … πίνουν το νερό 
της … ξεδιψάει το βλέμμα της ψυχής μας κοιτώντας την γαλήνια 
ομορφιά της …
— Το έχω ακούσει κι εγώ Αλέξανδρε συμπλήρωσε ο Πέτρος.
— Ε! τότε πείτε το και σε μένα είμαι περίεργος 
απάντησε  ο Άλέξανδρος.     
-Στάσου … λέει η Δανάη … νιώθετε το ελαφρύ αεράκι στο πρόσωπο σας, 
είναι που ανασηκώνει τα πέπλα της η καλή μας νεράϊδα της λίμνης μας, 
είναι το σημάδι ότι μας νιώθει κοντά της ….
Τα παιδιά την κοιτούσαν σαστισμένα γεμάτα περιέργεια….
-Μη με κοιτάζετε έτσι κλείστε τα μάτια κι ακούστε. Κάθε βράδυ πριν 
κοιμηθώ  η γιαγιά μου με νανούριζε 
μ’ αυτή την παράξενη  ιστορία της νεράϊδας Κερκίνης. 
— Τα δάκρυά της πότισαν εδώ αυτό τόπο … έγιναν στην αρχή ρυάκια, 
σιγά σιγά άρχιζαν να γεμίζουν να πλημμυρίζουν και να μεγαλώνουν 
και να αυλακώνουν το έδαφος και στο τέλος το κλάμα της έγινε μια 
λίμνη. Σκουπίζοντας τα μάτια της κάποια στιγμή κοίταζε γύρω της 
και ξαφνιάστηκε, μια λίμνη … τα δάκρυά της ψυχής της για την 
χαμένη της κόρη δημιούργησαν μια λίμνη…
Νερό … ζωή για αυτή τη γη που αλαφροπατούσε.. τόσο καιρό, μόνη!
Ο βυθός γέμισε ψάρια σιγά σιγά, οι κάτοικοι βρήκαν απασχόληση, 
ζούσαν οι οικογένειές έγιναν ψαράδες. Ζούσαν από τα δάκρυα της, 
ζούσαν εξ αιτίας   αυτής της λίμνης. Τα βατραχάκια χοροπηδούσαν, 
η βραχνή τους φωνή συνόδευε το βραδυνό τους ύπνο
Τα παιδιά χαιρόταν το νερό … Δέντρα και καλάμια φύτρωσαν γύρω 
γύρω κι όλα αυτά  δημιουργήθηκαν από δάκρυα.
— Όλα συνέβησαν  μια άγρια χειμωνιάτικη νύχτα, που ακούμπησε 
στις όχθες του ποταμού την ξύλινη σκάφη  που είχε μέσα το  
νεογέννητο κοριτσάκι της. 
Έμοιαζε με την  τοσοδούλα στο καρυδότσουφλο της. 
Όμως η καλή μας νεράιδα αποκοιμήθηκε.
Η ξύλινη σκάφη παρασύρθηκε από τα νερά του ποταμού. 
— Τότε... Μα πως με πήρε ο ύπνος αναρωτήθηκε ξανά και ξανά 
η Κερκίνη, μες τα αναφιλητά της 
Πώς χρειάζεται και ρώτημα ;
Όπως όλες οι μάνες του κόσμου αποκοιμήθηκε πλάι στο μικρό της. 
Απαντούσε μόνη της η Δανάη.
-Όχι, όχι.. Συνέχισε  δυνατά, λές και η φωνή  της έβγαινε από το 
βυθό της λίμνης.
-Εγω  δεν είμαι μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες είμαι νεράϊδα, είμαι 
η νεραϊδα Κερκίνη.
Η λίμνη … όπως την φώναζαν όλοι πια οι κάτοικοι του γύρω τόπου που 
ξεχνούσαν τα δάκρυά της νεραϊδας. 
Μόνο το όνομά της δεν ξέχασαν Κερκίνη …
Το μικρό κοριτσάκι όμως δεν χάθηκε για καλή του τύχη 
όπως σ’ολα τα παραμύθια… 
Συνέχισε η Δανάη … μεγάλωσε   σ’ αυτό το όμορφο τόπο .. 
η ξύλινη σκάφη βγήκε στα ρηχά και έφτασε μέχρι το κοντινό δάσος … 
η μικρούλα μεγάλωσε μαζί με τα ζώα …που ζούσαν εκεί 
Μεγάλωσε ανάμεσα στα δέντρα,έμαθε να ζει με τα άλογα. 
Την κουβάλαγαν συνέχεια στην πλάτη τους 
κι έκανε μαζί τους ατέλειωτους περιπάτους 
Ετσι έμαθε να ιπεύει… 
Όπως εμείς αναρωτήθηκε ο Αλέξανδρος και ο Νικηφορος  Δανάη ;
— Η  Δανάη δεν  απάντησε, μοναχά συνέχισε.
Ζούσε ανάμεσα στα δένδρα σαν ξωτικό σε αυτόν τον τόπο … 
κρυφοκοίταζε τα βουβάλια και έπινε το νερό αυτής της λίμνης 
και ξεδιψούσε … την συντρόφευαν χιλιάδες πουλιά …. 
που τιτίβιζαν όλη μέρα. 
Μία μέρα καθώς τριγυρνούσε ανέμελα στο δάσος άκουσε ένα κλάμα 
… το κλάμα της νεράϊδας  - μάνας της.
Το κλάμα αυτό αντηχούσε παντού. Αναρωτιόταν γεμάτη περιέργεια 
ποιος κλαίει τόσο λυπημένα … 
Τα πουλιά που της έκαναν καθημερινά παρέα  της είπαν το μυστικό …
πως δηλαδή  ήταν η μητέρα της 
και έκλαιγε για το χαμό της. 
Εκείνη τότε δεν έχασε καιρό!
Ίππευσε γρήγορα ένα όμορφο άλογο και κατευθύνθηκε προς τα ‘κεί 
που ακουγόταν το κλάμα.
Όσο πλησίαζε όμως το κλάμα συνεχιζόταν, πιο δυνατά
Όταν έφτασε πια στην άκρη της λίμνης έγινε κάτι αναπάντεχο.
Τα νερά που τόσο όμορφα λαμποκοπούσαν από το φως του ήλιου 
άρχισαν να απομακρύνονται …
Οι γύρω ψαράδες δεν πίστευαν στα μάτια τους τί συνέβη … 
μα ζούσαν απ’ αυτά τα νερά πώς είναι δυνατόν να εξαφανισθούν;
— Τα παιδιά κοιτούσαν γεμάτα απορία ….
Η νεράϊδα Κερκίνη έβλεπε το όμορφο κορίτσι να έρχεται προς τη λίμνη 
…ιππεύοντας. Και κατάλαβε πως ήταν η χαμένη της κόρη … 
ξαφνιάστηκε … φοβήθηκε μήπως την παρασύρουν πάλι τα νερά …. 
Κι άρχισε να τα διώχνει …
η λίμνη άρχισε να αδειάζει καθώς η κόρη της πλησίαζε όλο 
και πιο κοντά. ..
— Οι άνθρωποι όμως και τα ζώα της περιοχής έτρεχαν πανικόβλητα … 
Μα τι συνέβη λοιπόν …
Τα βουβάλια έψαχναν το νερό διψασμένα …
Τα ψάρια άρχισαν να ψωφούν… οι  βάρκες έμειναν εγκαταλελειμμένες … 
τα καλάμια να γέρνουν …. έτοιμα να πεθάνουν ….
Η Κερκίνη βλέποντας αυτή τη καταστροφή και τη δυστυχία σάστισε !
Δεν ήξερε τι να κάνει …
Ήξερε πια ότι τα δάκρυα της, 
ο δικός της πόνος είχε δώσει τόση χαρά 
σε τόσα πλάσματα αυτού του υπέροχου τόπου 
που χρειαζόταν το νερό για να επιζήσει.
Όμως απ’ την άλλη τι να έκανε, 
αν τα νερά παρέσυραν πάλι την κορούλα της ;
Έτσι έσπρωχνε με δύναμη τα νερά …. ώσπου έφθασε η στιγμή που 
μάνα και κόρη αγκαλιάσθηκαν. 
Η χαρά της ήταν μεγάλη! Το πρόσωπο της φωτίστηκε, το κλάμα της  
έγινε γέλιο, ένα γέλιο που δεν κράτησε 
όμως παρά λίγα δευτερόλεπτα..
Άρχισε να σιγάζει βλέποντας όλα τα πλάσματα γύρω της δυστυχισμένα. 
Τι να κάνει; Κοιτούσε σαστισμένα. 
Η γη είχε στερέψει πια .Είχε φτάσει το καλοκαίρι.
Το νερό, το ευλογημένο νερό χάνεται … τα βουβάλια διψούν … 
τα ψάρια εξαφανίζονται, 
τα χιλιάδες πανέμορφα πουλιά πετούν εδώ κι εκεί σαν 
χαμένα.
Η χαρά της γλιστρούσε σιγά σιγά 
από το πρόσωπό της έμοιαζε αλαφιασμένη… 
Από την μια αγκάλιαζε σφιγκτά την κόρη της από την 
άλλη πονούσε γι αυτό τον τόπο
-Ας μου πει κάποιος τι να κάνω…Φώναζε στον εαυτό της …
Ξαφνικά τα δυό της χέρια  τύλιξαν το κεφάλι της. Ακούστηκε κάτι 
σαν ουράνια μουσική. Ένα νεροπούλι της ψυθίρισε στο αυτί σιγανά.
Μα ναι ! αναφώνησε  υπάρχει λύση …
Μόλις φύγει η κόρη μου όλα θα γίνουν όπως πριν.. θα γεμίσει πάλι 
ο τόπος με νερό, η λίμνη θα ξαναγεννηθεί.
Όχι πια από δάκρυα λύπης αλλά χαράς. Από δάκρυα  
που θα κυλούν ατελείωτα.
Σαν σμαράγδια.
Έτσι κι έγινε … όταν έφυγε η κόρη της η γη γέμισε με νερό 
και ξανάγινε  πάλι  μια πανέμορφη λίμνη.
 Η λίμνη Κερκίνη.
Έτσι  ο καιρός περνούσε.  Από τότε  λοιπόν μέχρι και σήμερα όταν 
βλέπει την κόρη της να έρχεται από μακριά, σπρώχνει τα νερά με 
όλη της την δύναμη … η λίμνη μισοαδειάζει. 
Όταν εκείνη φεύγει τα 
νερά γυρίζουν πάλι στην λίμνη, τα βουβάλια και τα άλογα 
ξεδιψούσαν... 
Η γη ξυπνά τα νούφαρα ξαναπλέουν, τα  καλάμια στέκoνται
καμαρωτά και οι άνθρωποι και τα παιδιά ψαρεύουν, παίζουν τα 
πουλιά τραγουδούν, χαίρονται  την φύση….
Η νεράϊδα Κερκίνη μεσ’ τη χαρά της μια νύχτα, φώναξε τα αστέρια 
στον ουρανό και το φεγγάρι. Με λένε Λίμνη δεν θα με φωνάζετε πια 
νεράϊδα Κερκίνη μονάχα Λίμνη ,.Λίμνη Κερκίνη 
Τα χαμόγελα των ανθρώπων που την άκουγαν  ρίχνοντας βότσαλα
στο νερό … την έκαναν να στροβιλίζει σαν άνεμος..
-έλεγε η Δανάη και τα παιδιά γύρω της την κοιτούσαν  έκθαμβα!
- ‘’Λίμνη Κερκίνη.’ φώναξε δυνατά ο Αλέξανδρος 
κι έσπασε τη σιωπή..
’Μια σκιά  τότε σαν να ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα , φάνηκε στα 
νερά  ανασηκώνοντας τα πέπλα της, ίσως να  ήταν στη φαντασία των 
παιδιών.
Η νεραϊδολίμνη άρχισε να χορεύει στο φως του φεγγαριού και να 
χάνεται μέσα στα δάκρυα της λίμνης της λέγοντας την πιο όμορφη 
καληνύχτα στο φεγγάρι…
Η Δανάη τότε κοιτώντας μια το ολόγιομο φεγγάρι  που ξεπρόβαλε 
στον ουρανό και μια  τα ήσυχα νερά της άρχισε να τραγουδά, 
η φωνή της έμοιαζε να βγαίνει σαν ηχώ μέσα από την λίμνη..
Αλαφροπατώ ξυπόλυτη
να μη ταράζω τα ήσυχα νερά
την γαλήνη των ψαριών που κολυμπούν ανέμελα.
Αλαφροπατώ ξυπόλητη να μη μ’ ακούσουν
και σκιαχτούν
και χάσουν την λαλιά τους τα πουλιά
παίζω κρυφτό με τον ήλιο
ανάμεσα στα καλάμια την ημέρα
και πέφτω στη αγκαλιά ενός πράσινου
νούφαρου που με περιμένει
κάθε νύχτα. ξυπόλητη
Αλαφροπατώ σαν ξωτικό
να μην τρομάζω τους ανθρώπους
που ρουφάνε μέρα και νύχτα την ζωή που κυλά σαν νερό
σαν το νερό αυτής της λίμνης που κάποιοι κάποτε
την είπανε Κερκίνη.
(Αυτός ο μονόλογος μπορεί να 
ακουσθεί στην αρχή ή στο τέλος)   
Τα παιδιά  τότε ανασηκώθηκαν κι  όλα μαζί με μια φωνή, χαιρετώντας 
την νεράιδα της είπαν την πιο γλυκειά καληνύχτα της καρδιάς τους
Ο μύθος είναι εμπνευσμένος από την υπέροχη γιαγιά Πρασσιάδα 
που γεννήθηκε στις αρχές του 20ο αιώνα. Τότε που η λίμνη δεν 
ήταν μόνιμη αλλά διαμορφωνόταν μόνον όταν ο ποταμός Στριμώ-
νας κατέβαζε πολύ νερό. Αργότερα δημιουργήθηκε η τεχνιτή λί-
μνη, το 1932 παραδόθηκε  «ως έργο». Οι ιστορικοί των αρχαίων 
χρόνων αναφέρουν για πρώτη φορά την λίμνη Κερκίνη με το όνο-
μα Πρασσιάδα, το όνομα της καλής γιαγιάς…
Όλγα Ιωαννίδου
olgaioanni@windowslive.com
Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr

Η Χρυσόκαρδη Ξανθομαλλούσα


Η Χρυσόκαρδη Ξανθομαλλούσα - Παραμύθι της Μαρούλλας Πανάγου